Από
το Νοέμβριο του 1821,η επαναστατική ελληνική κυβέρνηση έστειλε στη Γερμανία τον
Θεοχάρη Κεφαλά και τον Χ. Δροσινό για να διαπραγματευθούν δάνειο 150.000
φλορινίων. Ο φιλέλληνας καθηγητής στο Μόναχο Ειρηναίος Θείρσιος είχε υποδείξει
με επιστολή του ότι θα μπορούσαν να βρεθούν χρήματα στη Γερμανία, γι’ αυτό κι
αποφασίστηκε η αποστολή των δύο ανωτέρω, οι οποίοι επέστρεψαν στο τέλος του
1822, έχοντας συνομολογήσει δύο δάνεια: ένα στη Ζυρίχη 40.000
φλορίνια κι ένα στη Μασσαλία 62.000 φλορίνια . Δεν ξέρουμε αν έφερε
χρήματα ο Κεφάλας στην Κυβέρνηση, η οποία εντούτοις επικύρωσε την οφειλή.
Παραγγέλθηκαν έτσι δύο κανόνια και άλλα στρατιωτικά είδη που δεν έφτασαν ποτέ
στην Ελλάδα και εξοπλίστηκε ένα στρατιωτικό σώμα Γερμανών φιλελλήνων που ήρθε
στην Ελλάδα, αλλά δεν κατέστη δυνατόν να μισθοδοτηθεί αφού το δάνειο δεν δόθηκε.
Το
1822 και επ’ ευκαιρία τον Συνεδρίου των Ευρωπαίων ηγεμόνων στη Βερόνα της
Ιταλίας, στάλθηκε εκεί ελληνική επιτροπή αποτελούμενη απο τους Παλαιών Πατρών
Γερμανό και Ανδρέα Μεταξά, με συνοδό το Γάλλο φιλέλληνα ναύαρχο Φίλιππο
Ζουρνταίν. Με εξουσιοδότηση του Μεταξά, ο Ζουρνταίν προσπάθησε να βρει πιστωτές
και τους βρήκε στο πρόσωπο των πληρεξουσίων του Τάγματος των Ιπποτών του Aγίου
Ιωάννου της Ιερουσαλήμ, στο οποίο ανήκε και ο ίδιος. Οι Ιωαννίτες, μέλη ενός
θρησκευτικού ιπποτικού τάγματος , από το έτος 1309 , που δεν διέθετε
εδαφικές κτήσεις, πρόσφεραν τη μεσολάβηση τους για τη σύναψη δανείου 10
εκατομμυρίων επ’ ονόματι της ελληνικής κυβέρνησης, με τον όρο να τους δίνονταν
τα νησιά Ρόδος, Κάρπαθος, Αστυπάλαια, Σύρος και Οινούσες - της
νοτιοδυτικής Πελοποννήσου - μετά την απελευθέρωση τους. Προσωρινά όμως
ζητούσαν να εγκατασταθούν στη Σύρο και τις Οινούσες, που και αποτελούσαν πλέον
« τελείαν ιδιοκτησίαν και κυριαρχίαν του Τάγματος ». Ο Φ. Ζουρνταίν
έκρινε , αφελώς ή υστεροβούλως , την πρόταση ως συμφέρουσα , αφού
εκτός των χρημάτων θ’ αποκτούσαν και ισχυρούς φίλους στην Ευρώπη, που θα
προωθούσαν τις εθνικές τους επιδιώξεις. Αλλά και οι Έλληνες του εξωτερικού,
όπως ο Παν. Κοδρικάς, ο Α. Βογορίδης και ο μητροπολίτης Ουγγροβλαχίας Ιγνάτιος
συνέστησαν αποδοχή της πρότασης των ίωαννιτών. Όμως όπως ήταν αναμενόμενο, η Προσωρινή
Διοίκηση της Ελλάδος την απέρριψε χωρίς άλλη συζήτηση. Έγιναν κι άλλες
απόπειρες σύναψης δανείου, όμως ήταν ασήμαντες. Μόνο μία, του Άγγλου
Ρούμπενταλ, συζητήθηκε. Δίνονταν 40 εκατομμύρια γρόσια με τιμή έκδοσης 50% και
τόκο 6%, το δε τοκοχρεωλύσιο θα εισέπρατταν αυτοπροσώπως Άγγλοι από τις εθνικές
προσόδους. Όμως η Αγγλία ήταν τότε ύποπτη στα μάτια των επαναστατών και καθετί
που προερχόταν από αυτή θεωρείτο ύποπτο, ακόμη και οι προσφορές των Άγγλων
φιλελλήνων.
Στις
2 Ιουνίου 1823 το Εκτελεστικό (Κυβέρνηση) εξουσιοδότησε τους Ιωάννη Ορλάνδο,
Ανδρέα Ζαΐμη και Ανδρέα Λουριώτη να μεταβούν στο Λονδίνο και να συνάψουν δάνειο
4.000.000 ισπανικών ταλλήρων. Η επιτροπή καθυστέρησε να αναχωρήσει, λόγω
έλλειψης χρημάτων για τα έξοδα του ταξιδιού, τα οποία κάλυψε με δάνειο ο Λόρδος
Βύρων. Στις 26 Ιανουαρίου 1824, ο Ιωάννης Ορλάνδος και ο Ανδρέας Λουριώτης
έφθασαν στην αγγλική πρωτεύουσα και ύστερα από έντονες διαπραγματεύσεις, στις
οποίες πήραν μέρος και μέλη του Φιλελληνικού Κομιτάτου, συνομολόγησαν ένα
δάνειο 800.000 λιρών με τον οίκο Λόφναν (9 Φεβρουαρίου 1824). Το δάνειο είχε
τόκο 5%, προμήθεια 3%, ασφάλιστρα 1,5% και περίοδο αποπληρωμής 36 χρόνια. Ως
εγγύηση για την αποπληρωμή του δανείου τέθηκαν από ελληνικής πλευράς τα δημόσια
κτήματα και όλα τα δημόσια έσοδα.
Όμως, το ποσό που έφθασε στην επαναστατική διοίκηση ήταν μόλις 298.000 λίρες, αφού το παραχωρούμενο δάνειο είχε οριστεί στο 59% του ονομαστικού (472.000 λίρες) και από αυτό παρακρατήθηκαν 80.000 ως προκαταβολή τόκων δύο ετών, 16.000 για χρεολύσια, 2.000 ως προμήθεια και άλλες δαπάνες. Σύμφωνα με τη δανειακή σύμβαση, το ποσό θα αποστέλλονταν στις Τράπεζες Λογοθέτη και Βαρφ, που έδρευσαν στην αγγλοκρατούμενη Ζάκυνθο και θα παραδίδονταν τμηματικά στην ελληνική κυβέρνηση, ύστερα από έγκριση της επιτροπής που την αποτελούσαν ο Λόρδος Βύρων, ο συνταγματάρχης Στάνχοπ και ο Λάζαρος Κουντουριώτης.
Όμως, το ποσό που έφθασε στην επαναστατική διοίκηση ήταν μόλις 298.000 λίρες, αφού το παραχωρούμενο δάνειο είχε οριστεί στο 59% του ονομαστικού (472.000 λίρες) και από αυτό παρακρατήθηκαν 80.000 ως προκαταβολή τόκων δύο ετών, 16.000 για χρεολύσια, 2.000 ως προμήθεια και άλλες δαπάνες. Σύμφωνα με τη δανειακή σύμβαση, το ποσό θα αποστέλλονταν στις Τράπεζες Λογοθέτη και Βαρφ, που έδρευσαν στην αγγλοκρατούμενη Ζάκυνθο και θα παραδίδονταν τμηματικά στην ελληνική κυβέρνηση, ύστερα από έγκριση της επιτροπής που την αποτελούσαν ο Λόρδος Βύρων, ο συνταγματάρχης Στάνχοπ και ο Λάζαρος Κουντουριώτης.
Παρότι
«ληστρικό», το δάνειο χαιρετίστηκε στην Ελλάδα ως πολιτική επιτυχία της
Επανάστασης και ως έμμεση αναγνώριση του Ελληνικού Κράτους. Πάντως, οι ελπίδες
που στηρίχτηκαν πάνω του θα διαψευστούν οικτρά, καθώς θα χρησιμοποιηθεί για να
κερδίσει η παράταξη Κουντουριώτη την εμφύλια διαμάχη. Μεγάλη ευθύνη για τους
δυσμενείς όρους σύναψης του δανείου είχαν και οι δύο διαπραγματευτές, ο
γιαννιώτης πολιτικός Ανδρέας Λουριώτης και ο σπετσιώτης πλοιοκτήτης Ιωάννης
Ορλάνδος, οι οποίοι σπατάλησαν μεγάλα ποσά στο Λονδίνο, ζώντας πολυτελώς, σε
αντίθεση με τους αγωνιστές, που πολεμούσαν με μεγάλες στερήσεις.
Στις
31 Ιουλίου 1824, το Βουλευτικό αποφασίζει τη σύναψη και νέου δανείου, λίγες
εβδομάδες μετά την καταστροφή της Κάσου και των Ψαρών κι ενώ η Επανάσταση
βρίσκεται σε κρίσιμο στάδιο. Το δεύτερο δάνειο ανέλαβε ο τραπεζιτικός οίκος των
αδελφών Ρικάρδο με ονομαστικό κεφάλαιο 2.000.000 λιρών (26 Ιανουαρίου 1825). Τη
διαπραγματευτική ομάδα αποτελούσαν και πάλι οι Λουριώτης και Ορλάνδος. Όπως και
στο πρώτο δάνειο, το καθαρό ποσό περιορίστηκε στις 816.000 λίρες, αφού το
παραχωρούμενο δάνειο είχε οριστεί στο 55% του ονομαστικού (1.100.000) και από
αυτό παρακρατήθηκαν 284.000 λίρες για προκαταβολή τόκων δύο ετών, χρεολύσια,
προμήθεια και άλλες δαπάνες.
Ενώ,
όμως, το ποσό του πρώτου δανείου το διαχειρίστηκε η ελληνική κυβέρνηση, έστω
και με σκανδαλώδη τρόπο, τη διαχείριση του δεύτερου δανείου ανέλαβαν οι άγγλοι
τραπεζίτες και τα μέλη του Φιλελληνικού Κομιτάτου, παραγκωνίζοντας τους έλληνες
εκπροσώπους. Από το δάνειο διατέθηκαν: 212.000 λίρες για την αναχρηματοδότηση
του πρώτου δανείου, 77.000 για την αγορά όπλων και πυροβόλων, από τα οποία λίγα
έφθασαν στην Ελλάδα, 160.000 για την παραγγελία 6 ατμοκίνητων πλοίων, από τα
οποία μόνο τρία έφθασαν στην Ελλάδα («Καρτερία», «Επιχείρηση», «Ερμής») ,τα
άλλα τρία σάπισαν στον Τάμεση από έλλειψη χρωμάτων για την αποπεράτωση τους και
155.000 για τη ναυπήγηση δύο φρεγατών σε ναυπηγεία της Νέας Υόρκης, από τις
οποίες μόνο η μία («Ελλάς») ήλθε στην Ελλάδα, ενώ η δεύτερη πουλήθηκε για να
χρηματοδοτηθεί η πρώτη. Οταν έφτασε εκεί ο έμπορος Κοντόσταυλος να επιβλέψει
την κατασκευή ύστερα από παράκληση ταυ Λουριώτη, διαπίστωσε ότι οι Αμερικανοί
ναυπηγοί είχαν προχωρήσει στην κατασκευή μεγαλύτερων και ακριβότερων πλοίων.
Για μήνες ολόκληρους πάλευε στην Αμερική για τη ρύθμιση του θέματος, έχοντας ως
συμπαραστάτες κάποιους γερουσιαστές και τον πρόεδρο της χώρας Adam. Κατά το
Γερμανό ιστορικό Χέρτσμπεργκ, οι Έλληνες, που είχαν στείλει στη Νέα Υόρκη
συνάλλαγμα 156.000 λιρών, ένιωσαν οδυνηρή έκπληξη όταν τον Δεκέμβριο του 1825
οι « φιλελληνικοί οίκοι της Νέας Υόρκης » ανήγγειλαν ότι αν δεν καταβάλλονταν
ακόμη 50.000 λίρες, οι φρεγάτες θα πωλούνταν σ’ όποιον μειοδοτούσε. Φυσικά οι
Έλληνες αδυνατούσαν να ικανοποιήσουν την απαίτηση αυτή. Τελικά, Αμερικανοί
φιλέλληνες φρόντισαν να αγοραστεί η μία φρεγάτα από την αμερικανική κυβέρνηση,
οπότε η άλλη, με την ονομασία « Ελλάς », αφέθηκε να αναχωρήσει για την Ελλάδα.
Τελικά, στην Ελλάδα έφθασε μόνο το ποσό των 232.558 στερλινών, δηλαδή λιγότερο
από εκείνο που έλαβε κατά το πρώτο δάνειο, αν και το δεύτερο είχε συναφθεί σε
υπερδιπλάσιο ύψος.
Blogger Comment
Facebook Comment