Γράφει
Ευάγγελος Μαυρογόνατος
20 Ιουλίου
1974 είναι η ημέρα που από την έλευσή της και μετά, τίποτα στο μαρτυρικό νησί την Κύπρο, δεν θα είναι όπως
προηγουμένως.
Πέρασαν 41 χρόνια
και ο εφιάλτης του πικρού εκείνου
καλοκαιριού ζωντανεύει κάθε χρόνο στις μνήμες των αδελφών Κυπρίων, τα βήματα της αρβύλας του Τούρκου κατακτητή
ηχούν και πάλι στ’ αφτιά τους.
Ήταν
ώρα 05:30 το πρωί. Οι σειρήνες πολέμου ηχούν σε ολόκληρο το νησί.
Τα τουρκικά
αποβατικά απέχουν μόνο 8 χιλιόμετρα από τις ακτές της Κυρήνειας και ουδείς,
Έλληνας ή Ελληνοκύπριος πολιτικός ή στρατιωτικός, ανησυχεί!!
Με το πρώτο φως της ημέρας , άρχισαν σφοδροί αεροπορικοί
βομβαρδισμοί από την Τουρκική Αεροπορία. Πάνω από 70 τουρκικά πολεμικά
αεροσκάφη προσέβαλαν και κατέστρεψαν, τον Ναυτικό Σταθμό της Κυρήνειας, τα
στρατόπεδα πεζικού και πυροβολικού, το οδικό δίκτυο ανατολικά της Κυρήνειας,
τον σταθμό Εγκαίρου Προειδοποίησης της Αεροπορίας και το Ραντάρ του
Ναυτικού, στον Άγιο Αντρέα. Λίγο πριν από τις 6 το πρωί, τα Τουρκικά αεροσκάφη
χτύπησαν εγκαταστάσεις του Γενικού Επιτελείου της Κυπριακής Εθνοφρουράς,
διάφορα στρατόπεδα στη Λευκωσία και το στρατόπεδο της ΕΛΔΥΚ (Ελληνική
Δύναμη Κύπρου).
Και όλα αυτά, μόλις
πέντε ημέρες μετά το πραξικόπημα, που έγινε στην μεγαλόνησο κατά του εκλεγμένου Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας
του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, από τον άφρονα Ιωαννίδη.
Μετά την ανατροπή
του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, το έδαφος
είχε ετοιμαστεί για να «υποδεχτεί» την τουρκική στρατιωτική εισβολή στην Κύπρο.
Η αμερικανική διπλωματία (υπουργός Χ. Κίσινγκερ) άναψε το «πράσινο φως» για την
προσχεδιασμένη τουρκική εισβολή από τον Μ. Ετσεβίτ.
Το ημερολόγιο
έδειχνε 20 Ιουλίου του 1974, η Τουρκία, ενδεδυμένη τον μανδύα του προστάτη των
τουρκοκυπρίων ισχυρίστηκε, ότι
πραγματοποιεί «ειρηνική επέμβαση» με σκοπό την επαναφορά της συνταγματικής
τάξης στην Κύπρο, που είχε καταλυθεί από το πραξικόπημα κατά του Μακαρίου.
Έτσι
οι ένοπλες
δυνάμεις της εισέβαλαν με το πρόσχημα αυτό,
δηλαδή να επιβάλλουν την ειρήνη. Στην ουσία βρήκαν την αφορμή που έψαχναν για
χρόνια προκειμένου να καταλάβουν την Κύπρο..
Όμως
ο ισχυρισμός της αυτός καταρρίπτεται καθώς η Τουρκία παραμένει μέχρι και σήμερα
ως κατοχική δύναμη στο νησί, παρά την αποκατάσταση της συνταγματικής τάξης.
Η Τουρκία
συνεχίζει, 41 χρόνια μετά, να στερεί από
τους εκτοπισμένους Ελληνοκυπρίους το δικαίωμα να επιστρέψουν στα σπίτια και τις
περιουσίες τους.
Το γεγονός
αυτό, οδήγησε σε προσφυγές Ελληνοκυπρίων στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων
Δικαιωμάτων, το οποίο έχει εκδώσει σημαντικές αποφάσεις για τις παραβιάσεις της
Ευρωπαϊκής Σύμβασης από την πλευρά της Τουρκίας.
Κατά την
εισβολή, περισσότερα από 3.000 άτομα
σκοτώθηκαν ενώ παράλληλα προκλήθηκε οικονομική καταστροφή, λόγω ακριβώς της εισβολής και της βίαιης
μετακίνησης πληθυσμού.
Η τουρκική
κατοχή επέφερε και οικονομική κατάρρευση στο τμήμα εκείνο του νησιού, το οποίο
πριν το 1974 ήταν το πλουσιότερο και το πιο αναπτυγμένο.
Οι άσχημες
οικονομικές συνθήκες που οφείλονταν στην κακοδιαχείριση της Τουρκίας και στον
συστηματικό εποικισμό από την πλευρά της Τουρκίας των κατεχόμενων περιοχών με
παράνομους εποίκους υποχρέωσε πολλούς Τουρκοκυπρίους να μεταναστεύσουν στην
Ευρώπη και αλλού.
Οι έποικοι
σήμερα υπερτερούν αριθμητικά των γηγενών Τουρκοκυπρίων, σε αναλογία περίπου δύο
προς ένα. Ανεξάρτητοι παρατηρητές έχουν τεκμηριώσει αυτό το θέμα για την
Κοινοβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης το 1992 και το 2003
αντίστοιχα.
Σήμερα περισσότεροι
από 43.000 βαριά οπλισμένοι στρατιώτες, από την Τουρκία, παραμένουν ακόμη στις
κατεχόμενες περιοχές.
Πάντως, το
Συμβούλιο Ασφαλείας του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, με σχετικό του ψήφισμα της
20ης Ιουλίου του 1974 έχει κάνει εκκλήσεις προς την Τουρκία για «άμεσο
τερματισμό της ξένης στρατιωτικής επέμβασης στην Κυπριακή Δημοκρατία» και για
«απομάκρυνση χωρίς καθυστέρηση από την Κυπριακή Δημοκρατία του ξένου
στρατιωτικού προσωπικού που η παρουσία του δεν προβλέπεται από διεθνείς
συμφωνίες».
Kατά
παραβίαση του διεθνούς δικαίου και των ψηφισμάτων του ΟΗΕ, η Τουρκία και το
τουρκοκυπριακό καθεστώς, επιχειρούν με συστηματικό τρόπο να εξαλείψουν την
ελληνική πολιτιστική κληρονομιά στις κατεχόμενες περιοχές. Σε πόλεις και χωριά
έχουν δοθεί τουρκικά ονόματα, ενώ αρχαιολογικοί χώροι, εκκλησίες και κοιμητήρια
έχουν βεβηλωθεί, καταστραφεί ή μετατραπεί.
Στην
προσπάθεια της, η κατοχική δύναμη να εδραιωθεί, υποκίνησε και επιδοκίμασε τον
Νοέμβριο του 1983 τη «μονομερή ανακήρυξη ανεξαρτησίας», στην κατεχόμενη
περιοχή.
Η αυτό αποκαλούμενη
«Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου» δεν έχει αναγνωριστεί από κανένα άλλο
κράτος, πλην της Τουρκίας, η οποία ασκεί τον ουσιαστικό έλεγχό της.
Τα
ψηφίσματα 541 του 1983 και 550 του 1984 του Συμβουλίου Ασφαλείας του
ΟΗΕ καταδίκασαν με κατηγορηματικό τόπο τη μονομερή αυτή ενέργεια, την κήρυξαν
άκυρη, ζήτησαν την απόσυρσή της και κάλεσαν όλα τα κράτη-μέλη του ΟΗΕ να μην
αναγνωρίσουν την παράνομη αυτή οντότητα.
Τόσο η ΕΕ όσο
και άλλοι διεθνείς και περιφερειακοί οργανισμοί έχουν υιοθετήσει παρόμοιες
θέσεις.
Ως εκ τούτου,
η διεθνής κοινότητα αναγνωρίζει μόνον την Κυπριακή Δημοκρατία που δημιουργήθηκε
το 1960 και την κυβέρνησή της, ακόμη κι αν η κυβέρνηση δεν μπορεί προς το παρόν
να ασκήσει εξουσία σε περιοχές που βρίσκονται υπό την στρατιωτική κατοχή της
Τουρκίας.
Δικαστικές
αποφάσεις από διεθνή και εθνικά δικαστήρια στη Δυτική Ευρώπη, στις Ηνωμένες
Πολιτείες και στο Ηνωμένο Βασίλειο προσφέρουν μία σημαντική ανεξάρτητη
καταγραφή των συνεπειών της τουρκικής εισβολής του 1974 και της συνεχιζόμενης
κατοχής τμήματος της Κύπρου από την Τουρκία. Επιβεβαιώνουν επίσης τη νομιμότητα
της Κυπριακής Δημοκρατίας και της κυβέρνησής της. Πρόκειται για αποφάσεις
οι οποίες αποτελούν μία σημαντική βάση για οποιαδήποτε μελλοντική συνολική
διευθέτηση του κυπριακού προβλήματος.
Μέχρι να
υλοποιηθούν οι αποφάσεις και να διευθετηθεί
το πρόβλημα της Κύπρου, οι
Ελληνοκύπριοι αδερφοί μας, δεν θα
ξεχάσουν αυτή την τραγική στιγμή της Νήσου, δεν θέλουν να την ξεχάσουν, δεν
μπορούν να την ξεχάσουν, να την ξεχάσουμε, δεν θα λησμονήσουν τις
θηριωδίες, τους χιλιάδες αγνοούμενους
και το γεγονός, ότι το Βόρειο τμήμα της
είναι κατεχόμενο.

Blogger Comment
Facebook Comment