Από το κεντρικό δελτίο ειδήσεων του Star.
.
ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΑΚΡΙΤΩΝ
Ετυμολογία
Ακρίτας (στην ποντιακή γλώσσα) ή ακρίτης (στην βυζαντινή ιστορία) είναι όρος
που προήλθε από την λέξη άκρα, η οποία κατά την βυζαντινή εποχή σήμαινε τα όρια
του κράτους.
Τι
ήσαν και πού κατοικούσαν;
Οι
Ακρίτες ήταν ειδικά σώματα στρατιωτών και αξιωματικών, όχι κατ΄ ανάγκην χριστιανών
κι Ελλήνων, στους οποίους το βυζαντινό κράτος είχε αναθέσει την φύλαξη των συνόρων
του.
Ιδιαίτερα δύσκολη ήταν η προστασία των ανατολικών συνόρων, που εκτείνονταν από τον Καύκασο ως την Ερυθρά θάλασσα.
Για να αντιμετωπίσει το Βυζάντιο την κατάσταση, τοποθέτησε σε αυτές τις άκρες των συνόρων φρουρούς, τους Ακρίτες.
Τον όρο αυτό συναντούμε για πρώτη φορά στο έργο του Κωνσταντίνου Πορφυρογέννητου
«Περί βασιλείου τάξεως» (Ι.489, 6η έκδ. Βόννης) και αργότερα στην περίφημη
πραγματεία «Περί παραδρομής πολέμου» (22 εκδ. Βόννης σ. 160) σε διάφορα άλλα
έργα της βυζαντινής περιόδου, στα ποιήματα του Θεόδ. Πτωχοπρόδρομου και κυρίως
στο έπος του Διγενή Ακρίτα.
Ειδικοί φρουροί των συνόρων και προνόμια αυτών.
Το σύστημα της φρουρήσεως των συνόρων του κράτους με ειδικές για αυτό
στρατιωτικές δυνάμεις (τους ακρίτες) το οποίο καταρχάς θέσπισαν οι Ρωμαίοι
αυτοκράτορες Τιβέριος και Δρούσος και στη συνέχεια συστηματοποίησαν οι
Σεπτίμιος Σεβήρος και Αλέξανδρος Σεβήρος, διατηρήθηκε στους επόμενους αιώνες
της βυζαντινής αυτοκρατορίας και οργανώθηκε τελειότερα κατά τον 7ον και 8ον
αιώνα, κυρίως όταν η αυτοκρατορία οργανώθηκε σε θέματα,(διοικητικές
περιφέρειες) προκειμένου να επιτευχθεί με τρόπο αποτελεσματικό ο σκοπός της
φύλαξης των συνόρων της εκτεταμένης αυτοκρατορίας σε μια εποχή όπου η
υποχρεωτική στρατιωτική θητεία δεν αποτελούσε θεσμό του επίσημου κράτους.
Σε κάθε θέμα υπήρχαν στρατιωτικά χωράφια (στρατιωτοτόπια) τα οποία
παραχωρούνταν σε άνδρες που τα καλλιεργούσαν αλλά και ταυτόχρονα είχαν την
υποχρέωση να στρατεύονται και να φυλάσσουν τα σύνορα. Οι ακρίτες αυτοί είχαν
φορολογική ατέλεια. Τα χωράφια μεταβιβάζονταν κληρονομικά υπό τον όρο της
στρατεύσεως και των γιων τους. Επειδή όμως οι κατά καιρούς ισχυροί κατάφερναν
να σφετεριστούν είτε με τη βία είτε με τη μέθοδο των δανείων τις εκτάσεις
αυτές, πολλές φορές εκδόθηκαν αυτοκρατορικές διατάξεις οι οποίες και ακύρωναν
τις αγοραπωλησίες των κτημάτων αυτών και διέτασσαν την απόδοση τους στους
πρώτους κυρίους ή τους κληρονόμους αυτών.
Οι Ακρίτες έγιναν ξακουστοί, πολεμώντας εναντίον των Αράβων για την προστασία των συνόρων. Όταν δεν πολεμούσαν, γυμνάζονταν και βοηθούσαν στην οχύρωση των ακριτικών πόλεων.
Για την ανδρεία τους ο λαός τους εξύμνησε στα ακριτικά τραγούδια, τα οποία μιλούν για τη ζωή τους και τους αγώνες τους και έγιναν η αρχή των δημοτικών μας τραγουδιών.
Καταξίωση της τάξεως των ακριτών.
Το στρατιωτικό επάγγελμα του ακρίτη ήταν κατά τους 8ο , 9ο , και 10ο αιώνα πολύ
προσοδοφόρο και οι ακρίτες της εποχής εκείνης ήταν πολύ πλούσιοι. To επάγγελμα αξίωμα
του ακρίτα δινόταν σε κάποιον με «αυτοκρατορική βούλα» δηλαδή μετά από ειδική
απόφαση του αυτοκράτορα. Κατά συνέπεια είχαν συμφέρον να φυλάσσουν με ασφάλεια
την χώρα την οποία το κράτος είχε εμπιστευθεί σε αυτούς και προσέφεραν μεγάλες
υπηρεσίες στο κράτος. Το σύστημα της φρουρήσεως των συνόρων του βυζαντινού
κράτους από τους ακρίτες κάτω από τις επικρατούσες την εποχή εκείνη συνθήκες
ήταν απολύτως αναγκαίο και επιβεβλημένο για την διατήρηση της υποστάσεως του
κράτους και ο λόγος που επί αιώνες διασώθηκε το βυζαντινό κράτος από τις
επιδρομές των βαρβάρων, δεδομένου ότι δεν εφαρμοζόταν το σύστημα της
υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας των πολιτών όπως σήμερα.
Επόμενο ήταν ότι το τέλος του θεσμού των ακριτών θα επέφερε και το τέλος του
βυζαντινού κράτους. Έτσι, όταν επί αυτοκρατορίας και στραταρχίας Νικηφόρου Φωκά
(963-969) οι βυζαντινοί με την βοήθεια και των ακριτών συνέτριψαν τους Άραβες
και επεκτάθηκαν τα σύνορα του βυζαντινού κράτους στην Συρία και στην
Μεσοποταμία, θεωρήθηκε ότι δεν χρειάζεται να προσέχουν τόσο πολύ τα ακριτικά
σώματα κι άρχισε να μειώνεται η σπουδαιότητα και η πολιτειακή και κρατική
προσοχή προς τους ακρίτες.
Ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ο Μονομάχος κατάργησε την φορολογική ατέλεια των
ακριτικών κτημάτων και διέλυσε πολλές ακριτικές φρουρές,
Η πολιτική αυτή υπήρξε ολέθρια για το βυζαντινό κράτος διότι επωφελήθηκαν οι
Σελτζούκοι Τούρκοι για να διεισδύσουν στην χώρα.
Μετά τον Κωνσταντίνο τον Μονομάχο η φορολογική ατέλεια των ακριτών επανήρχετο
και καταργούνταν μέχρις ότου ήταν τέτοια η παραμέληση των ακριτών ώστε άλλοι
αδιαφόρησαν εντελώς για τα καθήκοντά τους και άλλοι έφτασαν μέχρι του σημείου
να προσχωρήσουν στους Τούρκους.
Η ζωή
των ακριτών και οι απολαυές τους.
Οι
ακρίτες της βυζαντινής εποχής με τη ζωή την οποία ζούσαν, με τις εκτάσεις τους,
τις απολαυές του τα προνόμια και τα αξιώματά τους αποτελούσαν περίβλεπτη
κοινωνική τάξη μέσα στη βυζαντινή κοινωνία την στρατιωτική αριστοκρατία της
εποχής τους. Φημιστές οικογένειες ακριτών υπήρξαν οι Δούκες, Αργυροί, Φωκάδες,
Μελισσηνοί, Μαλεϊνοι κ.α.
Η διαπαιδαγώγηση και η ζωή τους σκοπό είχαν να τους κάνουν ικανότερους για την
στρατιωτική ζωή για την οποία προορίζονταν, για την πάλη με τους βαρβάρους, με
τα άγρια θηρία των απέραντων οροσειρών και δασών των συνόρων του κράτους προς
Συρία και Μεσοποταμία.
Η πνευματική μόρφωση δεν ήταν σημαντική γι΄ αυτούς και οι γραμματικές τους
γνώσεις ήσαν λίγες. Η μόρφωση τους ήταν κυρίως θρησκευτική. Αγαπούσαν τα
τραγούδια και έφεραν μαζί τους εκτός από το όπλο τους και ένα μουσικό όργανο.
Τα σπίτια τους ήταν πάντα ανοιχτά και το τραπέζι τους πάντα πλούσια στρωμένο. Ήσαν
φιλόξενοι και στο τέλος των συμποσίων τους, στα οποία παρακάθονταν πολλοί,
ακούγονταν τα πολεμικά τους κατορθώματα και οι ηρωισμοί τους. Από τα τραγούδια
αυτά δημιουργήθηκαν έπη ανάλογα των ομηρικών με τα οποία υμνούνται ακριτικοί
ήρωες και κυρίως ο Διγενής Ακρίτας, ο Αρμούρης, ο Ανδρόνικος, ο Βάρδας, ο
Φωκάς, ο Νικηφόρος, ο Πετροτράχηλος, ο Πορφύρης κ.α.
ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ
ΔΙΓΕΝΗΣ ΑΚΡΙΤΑΣ
(H αλήθεια και ο θρύλος)
Πού συναντάται ο Διγενής Ακρίτας.
Η ποίηση, που αναπτύχθηκε κατά τους αιώνες της ακμής των ακριτών του Βυζαντίου
αποκορυφώθηκε στην ηρωική ποίηση του ελληνισμού της εποχής εκείνης η οποία
κυρίως επικεντρώθηκε στην ηρωική μορφή του Διγενή Ακρίτα και τα εκπληκτικά και
ασύλληπτου ηρωισμού κατορθώματά του.
Ο Διγενής Ακρίτας είναι ο ιδεώδης τύπος του εθνικού πολεμιστή κατά των εχθρών
του μεσαιωνικού Ελληνισμού. Ο ηρωισμός είναι βαθύτατη ουσιαστική ανάγκη της
ζωής, η ψηλότερη και αγιότερη στιγμή της.
Η εμφάνιση στον μεσαίωνα του ελληνικού κόσμου ενός μεγάλου εθνικού ήρωα, που
ακολουθεί τα αρχαία ελληνικά πρότυπα όπως ο Αχιλλέας, ο Ηρακλής ή ο Μέγας
Αλέξανδρος ενσαρκώνει την αναγέννηση του ελληνισμού με όλη τη λάμψη των καλών
αρχαίων καιρών.
Τι
προβάλλεται με το πρότυπο του ήρωα;
Πάνω στον ήρωα αυτό ο λαός έπλεξε μύθους, τους περισσότερους των οποίων παρέλαβε
και ανακαίνισε από την πλούσια μυθική κληρονομιά της αρχαιότητας και συγκρότησε
τον ιδεώδη τύπου ήρωα που είναι νεαρός όπως ο Αχιλλέας, δυνατός όπως ο Ηρακλής
και ένδοξος όπως ο Μεγαλέξανδρος. Με τον Διγενή αποκορυφώνονται οι πόθοι και τα
ιδεώδη του ελληνικού έθνους διότι αυτός συμβολίζει την μακρόχρονη και άληκτη
πάλη του ελληνικού προς τον μουσουλμανικό κόσμο.
Για αρκετό καιρό οι ερευνητές πίστευαν ότι ο ήρωας θα μπορούσε να ταυτιστεί με
κάποιο ιστορικό πρόσωπο, όπως με τον τουρμάρχη Διογένη, τον αυτοκράτορα
Βασίλειο Α.κ.α. νεότερες όμως έρευνες οδήγησαν συμπέρασμα ότι ο Βασίλειος Διγενής
Ακρίτας αποτελεί σύνθεση δύο λαϊκών ηρώων του Διγενή και του Ακρίτα. Ο πρώτος αποτελούσε
θρησκευτική μετεξέλιξη και προσαρμογή των παραδόσεων των λαών της ανατολής για τον
Διόνυσο και τον Μεγαλέξανδρο και ο
δεύτερος την εξιδανίκευση και την ηρωοποίηση του θεσμού του «ακρίτα».
Το έπος που αφορά στον Διγενή Ακρίτα και πρωτοέφερε στο φως
ο Ν. Πολίτης αποτελείται από δύο μέρη, σε γενικές γραμμές.
Το πρώτο μέρος περιλαμβάνει τα του πάππου του ήρωος
Βυζαντινού άρχοντα Ανδρονίκου Δούκα και της συζύγου του Άννας και τα προ της
γεννήσεως του ήρωα γεγονότα.
Το ζεύγος Δούκα απέκτησε πέντε γιούς και μια κόρη την οποίαν ονόμασαν Ειρήνη.
Σε ηλικία 7 ετών αστρονόμοι που μελέτησαν το ζώδιο της κόρης προέβλεψαν τον
κίνδυνο αρπαγής της. Για το λόγο αυτόν οι γονείς της την έκλεισαν σε κάστρο.
Κάποια μέρα όμως που η βυζαντινή αρχοντοπούλα σε ηλικία 15 ετών, λάμποντας από
την νεότητα και την ομορφιά της, βγήκε για περίπατο με τις σκλάβες της γύρω από
το κάστρο συναντήθηκε με τον Εμίρη των Σαρακηνών, Μουσούρ, ο οποίος εκείνη την
ημέρα είχε εισβάλλει στην χώρα του Ανδρονίκου Δούκα και αφού θαμπώθηκε από την
ομορφιά της την άρπαξε μαζί με την συνοδεία της. Η οικογένεια της νεαρής
ειδοποιείται και αρχίζει να καταδιώκει τον Σαρακηνό. Οι διώκτες του τον
προλαμβάνουν και αυτός αναμετριέται σε μονομαχία με τον μικρότερο αδελφό της
κόρης Κωνσταντίνο, ο οποίος και νικά τον Σαρακηνό. Ο Σαρακηνός, όμως,
ερωτευμένος με την κοπέλα κατορθώνει να πείσει την οικογένεια της να του την
δώσουν σε γάμο αφού προηγουμένως αλλαξοπιστεί και ασπάζεται τον Χριστιανισμό
και προσηλυτίζει σε αυτόν και την μητέρα του και όλη του την οικογένεια.
Από τον γάμο αυτό του Σαρακηνού άρχοντα και της βυζαντινής αρχοντοπούλας
γεννιέται ο Βασίλειος Ακρίτας, ο οποίος επονομάστηκε Διγενής διότι κατάγεται
από δύο γένη και έρρεε στις φλέβες του αίμα ελληνικό και αραβικό.
Στην συνέχεια αρχίζει το δεύτερο μέρος του έπους. Ο Διγενής
μεγαλώνει και διακρίνεται για την δύναμη, την παλληκαριά και την ομορφιά του. Ήταν
προικισμένος με όλες τις φυσικές και ψυχικές αρετές. Σε ηλικία τριών ετών έμαθε
τα γράμματα τα οποία χρειαζόταν στη ζωή του και άρχισε να ασχολείται με το
κυνήγι άγριων ζώων. Σε ηλικία 12 ετών σκοτώνει στη σειρά δύο αρκούδες, ένα
ελάφι και μια λιονταρίνα.
Στο άνθος της νεότητας του εκστρατεύει εναντίον των
απελατών (ληστών που λυμαίνονταν και λεηλατούσαν τις ελληνικές χώρες : Φιλοπαππούς,
Λυκοστράτης, Ιωαννίκιος, Αλλομαλάς). Γίνεται ο φόβος και ο τρόμος τους. Σε μια
εξόρμηση του ο Διγενής βλέπει την όμορφη κόρη του Στρατηγού Δούκα, Ευδοκία
(Λιογέννη τη την έλεγαν λόγω της παροιμιώδους ομορφιάς της) την ερωτεύεται και
της κάνει καντάδα κάτω από τα παράθυρά της με την κιθάρα του, στον πύργο όπου
την είχε κλείσει ο πατέρας της για να μην την αρπάξουν. Η Ευδοκία
ανταποκρίνεται στον έρωτα του Διγενή και μετά από κοινή συμφωνία φεύγει μαζί
του. Ο στρατηγός πατέρας και οι εφτά του
γιοί τους καταδιώκουν και ο Διγενής τους αποκρούει όλους. Μετά από αυτό ο πατέρας
της Ευδοκίας βλέποντας την ανδρεία του Διγενή, δέχεται με ενθουσιασμό να γίνει
ο γάμος ο οποίος έλαβε χώρα στο κάστρο του Διγενή με πολυήμερο γλέντι.

Μετά τον γάμο ο Διγενής γίνεται ακρίτας (με βούλα του
αυτοκράτορα) και φεύγει μαζί με την γυναίκα του για την άκρη του Βυζαντίου.
Μνημονεύονται στο έπος οι άθλοι του ήρωα:
α) ο ιπποτισμός του απέναντι στην εγκατελειφθείσα κόρη, την οποία επαναφέρει
στον μνηστήρα της
β) ο φόνος δράκου και λιονταριού
γ) η κατατρόπωση απελατών οι οποίοι αποπειράθηκαν να αρπάξουν την γυναίκα του
δ) η μονομαχία του με την ονομαστή βασίλισσα των αμαζόνων Μαξιμώ, η νίκη του
και ιπποτική του συμπεριφορά απέναντι της.
Στα τελευταία βιβλία περιγράφονται το αρχοντικό παλάτι του
ήρωα στον Ευφράτη ποταμό, ο θάνατος του ήρωα από ασθένεια σε νεότατη ηλικία,
και ο θάνατος της συζύγου του πάνω από το πτώμα του, αφού δεν άντεχε νε μείνει
ζωντανή χωρίς αυτόν.
Ο
μεσαιωνικός και οι αρχαίοι ήρωες.
Εντύπωση μας προκαλεί η ομοιότητα με τους ήρωες της αρχαίας ελληνικής
μυθολογίας, όπως τους γνωρίζουμε από τους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς. Αυτό που
χαρακτηρίζει τον ήρωα είναι η καταπληκτική και στα όρια του υπερφυσικού φυσική
σωματική ρώμη του, η ασύγκριτη γενναιότητα του, η πολεμική ανδρεία του, το
ακατάβλητο θάρρος του, η ηθική του μεγαλοψυχία, ο ιπποτισμός και η χαλύβδινη
ψυχικότητα του. Αγωνίζεται σε όλη του τη ζωή για την διαφύλαξη της ελληνικής
πατρίδας και την συντριβή των εχθρών του ελληνικού γένους. Φέρει όλα τα
χαρακτηριστικά των αρχαίων Ελλήνων ηρώων με όλες τις αρετές αλλά και τις
ευαισθησίες τους, της σαγήνης και της έλξεως από το άλλο φύλο.
Το καταπληκτικό μεγαλείο του ήρωα αποκορυφώνεται από την
σύλληψη της εικόνας του θανάτου του από τον λαϊκό δημιουργό των ακριτικών
τραγουδιών, ο οποίος αρνείται την πιθανολογούμενη και ρεαλιστική
πραγματικότητα, ο ήρωας αρρωσταίνει από βαρύ κρυολόγημα αποτέλεσμα αγρίας
καταδίωξης εχθρών με αποτέλεσμα τον θάνατο του. Ο λαός θέλει τον ήρωα να
έρχεται σε προσωπική αναμέτρηση εννιά φορές με τον Χάρο στα μαρμαρένια αλώνια
με κατάληξη που αρμόζει στους ήρωες, όπου το ελληνικό υψώνεται στο απόλυτο και
το αιώνιο:
«Ο Διγενής ψυχομαχεί κι η γή τονε τρομάσσει
«Βροντά κι αστράφτει ο ουρανός και σείετο απάνω κόσμος
«Κι ο κάτω κόσμος άνοιξε και τρίζουν τα θεμέλια
«κι η πλάκα τον ανατριχιά, πώς θα τονε σκεπάσει
«πώς θα σκεπάση τον αητό, τση γής τον αντριωμένο
«Βογγάει, τρέμουν τα βουνά βογγάει τρέμουν οι κάμποι.
Παντού όπου άκμασε ο Ελληνισμός(Κύπρος, Κρήτη, Πόντος κλπ) μιλούν για "της γης τον αντρειωμένο", το Διγενή
Τα Ακριτικά τραγούδια , είναι θησαυροί του Ελληνικού πνεύματος που , για δώδεκα αιώνες κοντά , κράτησαν τη μνήμη της θυσίας και του ηρωισμού , εκείνων που στα σύνορα της Βυζαντινής αυτοκρατορίας , πάλεψαν για ν' αποδιώξουν τους Σαρακηνούς , τους Απελάτες , τους Τούρκους , τους Άραβες , βάρβαρους εχθρούς που κούρσευαν , έκαιγαν και σκότωναν .Φρουροί στα σύνορα οι Ακρίτες , πολεμούσαν αδιάκοπα τους επιδρομείς και για τα μεγάλα κατορθώματά τους , γιά τη ζωή τους και τους αγώνες τους , μιλάνε τ' ακριτικά τραγούδια .
Ο λαός μας , αυτά τα τραγούδια , που πρωτοφάνηκαν τον 8ο αιώνα , τα έπλασε και τα ξανάπλασε , γι αυτό και δεν μας παραδόθηκαν στην πρώτη τους μορφή , τα τραγούδησε περήφανα στις υπέρτατες στιγμές του , τα διατήρησε και τα φύλαξε στην καρδιά του πολύτιμα δημιουργήματα .Τ' Ακριτικά τραγούδια , είναι τα πιο παλιά στην λαϊκή μας ποίηση κι' έχουν την αρχή τους στην Καππαδοκία . Με το χρόνο , απλώθηκαν σ' ολόκληρη την Ελλάδα και πολύ καλλιεργήθηκαν στην Κύπρο αλλά και στην Κρήτη, περιοχές που υπέφεραν από τις επιδρομές των Σαρακηνών πειρατών .
Το πάλεμα με το χάρο κι' ο θάνατος του Διγενή , " Ο Διγενής ψυχομαχεί κι' η γη τόνε τρομάσει..." , είναι απ' τα καλύτερα , από εκείνα που μπορούν να χαρακτηριστούν αριστουργήματα του ποιητικού λόγου.
Ο Διγενής ψυχομαχεί...
Στο παρακάτω ποντιακό τραγούδι, ποια στοιχεία διακρίνεις με τα οποία πίστευε ο λαός ότι οι ακρίτες είχαν υπερφυσικές ικανότητες;
Ο Διγενής και ο Χάροντας
Κωστής Παλαμάς
Μουσική :Μιχάλης Τερζής
Τραγουδάει η Ελευθερία Αρβανιτάκη
Μουσική :Μιχάλης Τερζής
Τραγουδάει η Ελευθερία Αρβανιτάκη
Καβάλλα πάει ο Χάροντας
τον Διγενή στον 'Αδη,
κι άλλους μαζί. Κλαίει, δέρνεται
τ' ανθρώπινο κοπάδι.
Και τους κρατεί στου αλόγου του
δεμένους στα καπούλια,
της λεβεντιάς τον άνεμο,
της ομορφιάς την πούλια.
Και σα να μην τον πάτησε
του Χάρου το ποδάρι
ο Ακρίτας μόνο ατάραχα
κοιτάει τον καβαλλάρη
"Ο Ακρίτας είμαι, Χάροντα
δεν περνώ με τα χρόνια.
Μ' άγγιξες και δε μ' ένοιωσες
στα μαρμαρένια αλώνια;
{Εγώ είμαι η ακατάλυτη
ψυχή των Σαλαμίνων,
στην Εφτάλοφην έφερα
το σπαθί των Ελλήνων.}
Δε χάνομαι στα Τάρταρα,
μονάχα ξαποσταίνω,
στη ζωή ξαναφαίνομαι
και λαούς ανασταίνω!"
About ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΜΑΥΡΟΓΟΝΑΤΟΣ







Blogger Comment
Facebook Comment