
Αρχοντούλα Κωνσταντινίδου
Φιλόλογος
Φιλόλογος
Παγκόσμια ημέρα ελληνικής γλώσσας σήμερα!Ψάχνοντας για κάτι άλλο στον υπολογιστή, βρήκα ένα παλιό μου άρθρο
Η αξία της ελληνικής γλώσσας είναι αναγνωρισμένη σε παγκόσμια κλίμακα, αφού η γλώσσα μας έχει επιδείξει μία μακροχρόνια αδιάσπαστη πορεία και μία εσωτερική συνοχή, που τη διαφύλαξε από ακραίες και ριζικές μεταβολές. Πράγματι, αν αναλογιστούμε πως η ελληνική γλώσσα έχει προφορική παράδοση 4 000 χρόνων και γραπτή παράδοση 3 500 ετών, εύκολα διαπιστώνουμε την ανθεκτικότητα και τη δύναμή της.
Όσον αφορά στην καταγωγή της παλαιότερες θεωρίες τη θέλουν να προέρχεται από την Ινδοευρωπαϊκή ομογλωσσία, χωρίς όμως να υπάρχουν ακριβή στοιχεία για να το αποδείξουν. Η ύπαρξη μιας πρωτόγλωσσας, που διασπάστηκε σε επιμέρους γλώσσες, είναι πολύ πιθανή, δε συνεπάγεται όμως με βεβαιότητα την Ινδοευρωπαϊκή καταγωγή της, αφού δεν είναι γνωστό ποιος λαός μίλησε την ινδοευρωπαϊκή, σε ποια περιοχή έζησε και ποιος ήταν ο πολιτισμός που ανέπτυξε ο λαός αυτός.
Ακόμη, μία λανθασμένη αντίληψη έχει καλλιεργηθεί για την καταγωγή του ελληνικού αλφαβήτου, που θεωρείται φοινικική. Υπάρχουν μαρτυρίες πως αρχαίοι Κρήτες αποίκησαν τη Φοινίκη, την Παλαιστίνη, την Αραβία και την Περσία μεταφέροντας τη γραφή τους. Επιπρόσθετα, οι αρχαίες γραφές στον ελληνικό χώρο ανάγονται πριν από το 2100 π.Χ., μια χιλιετία νωρίτερα απ’ όταν εμφανίστηκε το φοινικικό αλφάβητο. Παρόλα αυτά, ακόμη κι αν δανείστηκαν οι Έλληνες ορισμένα στοιχεία από τους Φοίνικες, αποτελεί ελληνική καινοτομία η καθιέρωση της αλφαβητικής γραφής, στην οποία κάθε γράμμα αντιστοιχεί σ’ ένα φθόγγο κι όχι σε μία συλλαβή, όπως και η καθιέρωση των φωνηέντων.
Η χρονολόγηση του αλφάβητου, που χρησιμοποιούμε και σήμερα ανάγεται στον 8ο αιώνα π.Χ. Από το ελληνικό αλφάβητο προέρχονται τόσο το λατινικό, που είναι μορφή του δυτικού ελληνικού αλφαβήτου, όσο και το κυριλλικό, αφού οι μοναχοί Κύριλλος και Μεθόδιος το επινόησαν βασισμένοι στο ελληνικό αλφάβητο.
Η ιστορική πορεία της ελληνικής γλώσσας χωρίζεται σε τέσσερις περιόδους. Η πρώτη περίοδος περιλαμβάνει τους αρχαίους ελληνικούς και κλασικούς χρόνους. (1100- 336 π.Χ.) Κατά την περίοδο αυτή, η αρχαία ελληνική διαιρείται στην ιωνική- αττική διάλεκτο, στη αχαϊκή και τη δωρική διάλεκτο. Και οι τρεις διάλεκτοι ήταν αμοιβαία κατανοητές. Μεγαλύτερη άνθηση γνώρισε η αττική διάλεκτος, καθώς ανταποκρινόταν στις απαιτήσεις του προηγμένου αθηναϊκού πολιτισμού. Υπολογίζεται πως οι λέξεις που χρησιμοποιούνται αυτήν την εποχή αγγίζουν τις 125 000 περίπου.
Ακολουθεί η ελληνιστική και ρωμαϊκή περίοδος (336 π.Χ.- 324 μ.Χ.) της οποίας κύριο χαρακτηριστικό αποτελεί η απλοποίηση της γλώσσας, προσαρμοσμένης στη αττική διάλεκτο. Η ελληνιστική κοινή γίνεται η πρώτη παγκόσμια γλώσσα. Στα χρόνια αυτά σταδιακά υποχωρεί ο μουσικός τονισμός και ταυτίζονται στην προφορά τα μακρά και τα βραχέα φωνήεντα. Η ανάγκη διάκρισής τους οδήγησε στη δημιουργία των τόνων και των πνευμάτων από τον Αριστοφάνη τον Βυζάντιο.
Η απλοποίηση αυτή της ελληνικής γλώσσας συνάντησε αντιδράσεις από τον 1ο αιώνα π.Χ. και είχε ως αποτέλεσμα το κίνημα του αττικισμού, της προσπάθειας, δηλαδή, για επιστροφή στη γλώσσα του 5ου αιώνα π.Χ. Έτσι, δημιουργείται το πρώτο ρήγμα ανάμεσα στη λόγια και τη δημώδη γλώσσα, που θα οδηγήσει στη διμορφία της ελληνικής.
Την επόμενη περίοδο στην ιστορία της ελληνικής γλώσσας συνιστούν οι βυζαντινοί και μεσαιωνικοί χρόνοι (324- 1453 μ.Χ.) Στα χρόνια αυτά διευρύνεται η διαφορά ανάμεσα στην καθημερινή και την επίσημη γλώσσα.
Παράλληλα, με την καθιέρωση της λατινικής γλώσσας ως επίσημης γλώσσας του κράτους από τον Ιουστινιανό, στην ελληνική πολιτογραφούνται πολλές ξένες λέξεις, που εκτοπίζουν τις αντίστοιχες ελληνικές. Παρόλα αυτά, η λατινική υποχωρεί και η ελληνική κερδίζει έδαφος, έστω κι αν δεν υποστηρίζεται από το επίσημο κράτος. Υπολογίζεται ότι μέχρι το 1453 οι ελληνικοί λεξίτυποι φτάνουν τα εξήντα πέντε εκατομμύρια σύμφωνα με τη διδάκτορα Φιλολογίας Marianne McDonald.
Τέλος, η τέταρτη περίοδος περιλαμβάνει τους νεότερους ελληνικούς χρόνους έως και σήμερα. Κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας η πολιτιστική παρακμή και ο πνευματικός μαρασμός, ασφαλώς είχε αντίκτυπο και στη γλώσσα. Έτσι, το λεξιλόγιο ήταν περιορισμένο στις 2. 000- 5 000 λέξεις και η ελληνική εξελισσόταν τυχαία, δεχόμενη πολλές επιδράσεις από την τουρκική.
Η απελευθέρωση του ελληνικού έθνους είχε ως αποτέλεσμα να στραφεί το ενδιαφέρον των πνευματικών ανθρώπων στο γλωσσικό ζήτημα, που είχε λάβει, πλέον, μεγάλες διαστάσεις. Στις αρχές του 20ου αιώνα, αν και η δημοτική κερδίζει έδαφος, ο Ελευθέριος Βενιζέλος καθιερώνει ως επίσημη γλώσσα του κράτους την απλή καθαρεύουσα: «Επίσημος γλώσσα του κράτους είναι εκείνη εις την οποίαν συντάσσονται το πολίτευμα και της ελληνικής εκκλησίας τα κείμενα. Πάσα προς παραφθοράν αυτής επέμβασις απαγορεύεται».
Επόμενο σταθμό θα αποτελέσει στο γλωσσικό ζήτημα ο διορισμός Επιτροπής για τη γλωσσοεκπαιδευτική μεταρρύθμιση (1917), μέλη της οποίας είναι ο Μανόλης Τριανταφυλλίδης, ο Αλέξανδρος Δελμούζος και ο Δημήτριος Γληνός, όλοι υπερασπιστές της δημοτικής. Εξαιρετική κρίνεται η συμβολή του Μανόλη Τριανταφυλλίδη, ο οποίος εξέδωσε την πρώτη Γραμματική της Δημοτικής (1941).
Κατά τη διάρκεια της επταετούς διδακτορίας επιβάλλεται απερίσκεπτα η χρήση της καθαρεύουσας, ενώ η δημοτική καθιερώνεται οριστικά ως γλώσσα της εκπαίδευσης και συνεπώς του ελληνικού λαού με τον νόμο 309/1976 επί κυβερνήσεως Κ. Καραμανλή. Πιο συγκεκριμένα, ο νόμος «Περί οργανώσεως και διοικήσεως της Γενικής Εκπαιδεύσεως» αναφέρει ότι: «Γλώσσα διδασκαλίας, αντικείμενον διδασκαλίας και γλώσσα των διδακτικών βιβλίων εις όλας τας βαθμίδας της Γεν. Εκπαιδεύσεως είναι από του σχολικού έτους 1976- 1977 η Νεοελληνική. Ως Νεοελληνική γλώσσα νοείται η διαμορφωθείσα εις πανελλήνιον εκφραστικόν όργανον υπό του ελληνικού λαού και των δοκίμων συγγραφέων του έθνους Δημοτική, συντεταγμένη άνευ ιδιωματισμών και ακροτήτων». Τέλος, με το Προεδρικό Διάταγμα 207/ 1982 επί κυβερνήσεως Ανδρέα Παπανδρέου οριστικοποιείται η χρήση του μονοτονικού συστήματος.
Blogger Comment
Facebook Comment