Γενικά Στοιχεία Α΄ΠΠ (1914-1918)
(Πηγή: ΓΕΣ/ΔΙΣ, Οι κυριότερες μάχες του Ελληνικού Στρατού (1897-1955), Αθήνα 2012)
Γενικά
Στην Ευρώπη του 1914 κυριαρχούσαν δύο αντίπαλοι συνασπισμοί, η Τριπλή
Συμμαχία των Κεντρικών Δυνάμεων (Αυστροουγγαρία, Γερμανία και Ιταλία)
και η Τριπλή Συνεννόηση (Γαλλία, Μεγάλη Βρετανία και Ρωσία), γνωστή ως
Αντάντ (Entente). Στις 15/28 Ιουλίου 1914[1]
η Αυστροουγγαρία με την έγκριση της Γερμανίας κήρυξε τον πόλεμο στη
Σερβία, με αφορμή τη δολοφονία του Διαδόχου του Αυστροουγγρικού θρόνου
Αρχιδούκα Φραγκίσκου Φερδινάνδου και της συζύγου του στο Σεράγεβο. Στις
19 Ιουλίου/1 Αυγούστου η Γερμανία κήρυξε τον πόλεμο στη Ρωσία και δύο
ημέρες αργότερα στη Γαλλία, ενώ ταυτόχρονα γερμανικά στρατεύματα
εισέβαλαν στο Βέλγιο. Συνέπεια των παραπάνω ήταν η κήρυξη του πολέμου
στις 23 Ιουλίου/5 Αυγούστου της Μεγάλης Βρετανίας στη Γερμανία. Ο Α΄
Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν πλέον γεγονός.Η ελληνική κυβέρνηση επέλεξε να τηρήσει στάση ουδετερότητας. Ταυτόχρονα όμως υποσχέθηκε στη Σερβία ότι, σε περίπτωση που η Βουλγαρία στρεφόταν εναντίον της, θα ενεργοποιούσε την ισχύουσα ελληνοσερβική συνθήκη συμμαχίας. Η ουδέτερη αυτή στάση, απότοκη της συμφωνίας της πολιτικής με την πολιτειακή ηγεσία της χώρας, προήλθε από την αποφυγή της ανάμειξης, στις αρχές του πολέμου, των Μεγάλων Δυνάμεων στο βαλκανικό σύστημα ισορροπίας που είχε προκύψει από τη συνθήκη του Βουκουρεστίου.[2]
Τον Σεπτέμβριο του 1915 αποβιβάστηκαν στη Θεσσαλονίκη αγγλογαλλικά στρατεύματα για την υποστήριξη του Σερβικού Στρατού. Η Αντάντ υποστήριξε ότι σύμφωνα με το ισχύον διεθνές δίκαιο είχε δικαίωμα να αποστείλει δυνάμεις στο «ουδέτερο» ελληνικό έδαφος. Με τον τρόπο αυτό δημιουργήθηκε το «Μακεδονικό Μέτωπο» του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η τήρηση πλέον ουδετερότητας εκ μέρους της Ελλάδας αποτέλεσε σημείο τριβής μεταξύ του Βασιλιά Κωνσταντίνου και του Ελευθέριου Βενιζέλου. Η παράταξη του Βενιζέλου υποστήριξε την έξοδο στον πόλεμο με την πλευρά της Αντάντ, καθώς πίστευε ότι η Βρετανία θα παρέμενε κυρίαρχη στην Εγγύς Ανατολή ανεξάρτητα από την έκβαση του πολέμου. Ο Βασιλιάς και οι υποστηρικτές του υποστήριζαν τη διαρκή ουδετερότητα της χώρας, ανεξάρτητα από την αλλαγή της στρατηγικής κατάστασης στα Βαλκάνια. Η διαφωνία αυτή κατέληξε σε εθνικό διχασμό, ο οποίος επέφερε πολλά δεινά στη χώρα.
Η Ελλάδα χωρίστηκε σε δύο στρατόπεδα, του Βενιζέλου και του Κωνσταντίνου, και απόκτησε πλέον και δύο κυβερνήσεις, την κυβέρνηση της Αθήνας και την κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης. Στις 26 Σεπτεμβρίου/9 Οκτωβρίου 1916 ο Βενιζέλος, μαζί με τον Παύλο Κουντουριώτη και τον Παναγιώτη Δαγκλή, εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη, όπου ανέλαβε την αρχηγία της Εθνικής Άμυνας και σχημάτισε προσωρινή κυβέρνηση, η οποία αναγνωρίστηκε από την Αντάντ. Η κυβέρνηση αυτή διέθεσε στο πλευρό της Αντάντ τις στρατιωτικές δυνάμεις που συγκρότησε στην περιοχή. Η Ελλάδα, έστω και διχασμένη, συμμετείχε πλέον στον πόλεμο, έχοντας επιτύχει τον μείζονα πολιτικό στόχο, τη δημιουργία των προϋποθέσεων για τη συμμετοχή της στο συνέδριο ειρήνης, με την πλευρά των νικητών.[3] Οι συνεχείς πιέσεις των Συμμάχων οδήγησαν στην εκθρόνιση του Βασιλιά Κωνσταντίνου τον Μάιο του 1917 και την πλήρη επικράτηση του Βενιζέλου. Η κυβέρνηση Βενιζέλου, τον Ιούνιο, εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και προχώρησε στην άμεση κήρυξη του πολέμου στις Κεντρικές Αυτοκρατορίες, με αποτέλεσμα την είσοδο της Ελλάδας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στα τέλη του ίδιου μήνα.
Από τον Σεπτέμβριο του 1916 η προσωρινή κυβέρνηση του Βενιζέλου στη Θεσσαλονίκη είχε οργανώσει τρεις μεραρχίες, τη Μεραρχία Σερρών, τη Μεραρχία Αρχιπελάγους και τη Μεραρχία Κρήτης.[4] Μετά την κήρυξη του πολέμου στις Κεντρικές Αυτοκρατορίες, οι προσπάθειες για την ανασυγκρότηση του Στρατού επιταχύνθηκαν, με αποτέλεσμα το πρώτο εξάμηνο του 1918 η Ελλάδα να έχει παρατάξει στο πλευρό των Συμμάχων δέκα μεραρχίες. Οι συγκεκριμένες μονάδες επιστρατεύτηκαν και εκπαιδεύτηκαν σε μικρό χρονικό διάστημα και εντάχθηκαν στη συνέχεια στις υπόλοιπες συμμαχικές δυνάμεις του Μακεδονικού Μετώπου.
Ο Ελληνικός Στρατός, συμμετέχοντας με όλες του τις δυνάμεις κατά το τελευταίο επτάμηνο του πολέμου, διακρίθηκε ιδιαίτερα για τον ηρωισμό και το πνεύμα της αυτοθυσίας του και δικαιολογημένα απέσπασε τον θαυμασμό και τα συγχαρητήρια των συμμαχικών διοικήσεων. Οι ελληνικές δυνάμεις, τον Μάιο του 1918, είχαν καθοριστική συμμετοχή στη μάχη του Σκρα ντι Λέγκεν, μια μάχη ορόσημο για την έκβαση του πολέμου, που ανέδειξε το αξιόμαχο του αρτισύστατου Ελληνικού Στρατού και αποκατέστησε το γόητρο των ελληνικών όπλων. Οι προϋποθέσεις για τη συμμαχική αντεπίθεση, η οποία εξαπολύθηκε τον Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς, είχαν τεθεί. Η συνακόλουθη προέλαση των συμμαχικών στρατευμάτων επέφερε τη συνθηκολόγηση της Βουλγαρίας και της Τουρκίας, που σήμανε την παύση των εχθροπραξιών στα Βαλκάνια. Ακολούθησε η Συνδιάσκεψη των Παρισίων, κατά την οποία οι νικητές διαρρύθμισαν τις σχέσεις τους με τους ηττημένους με ξεχωριστές συνθήκες:
- Η συνθήκη των Βερσαλλιών, στις 15/28 Ιουνίου 1919, μεταξύ των Συμμάχων και της Γερμανίας.
- Η συνθήκη του Αγίου Γερμανού, στις 28 Αυγούστου/10 Σεπτεμβρίου 1919, μεταξύ των Συμμάχων και της Αυστρίας.
- Η συνθήκη του Νεϊγύ, στις 14/27 Νοεμβρίου 1919, μεταξύ των Συμμάχων και της Βουλγαρίας.
- Η συνθήκη των Σεβρών, στις 28 Ιουλίου/10 Αυγούστου, μεταξύ των Συμμάχων και της Τουρκίας.
Οι κυριότερες μάχες στις οποίες έλαβε μέρος ο Ελληνικός Στρατός κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν:
- Η μάχη του Σκρα (17/30 Μαΐου 1918).
- Η μάχη της Δοϊράνης (5/18 Σεπτεμβρίου 1918).
[1]
Η χρήση διπλής ημερομηνίας οφείλεται στο γεγονός ότι η Ελλάδα μέχρι
το 1923 χρησιμοποιούσε το παλαιό (ιουλιανό) ενώ οι Σύμμαχοι το νέο
(γρηγοριανό) ημερολόγιο. Η πρώτη ημερομηνία αναφέρεται στο παλαιό και η
δεύτερη στο νέο ημερολόγιο. Επισημαίνεται ότι η απλή ημερομηνία
αναφέρεται στο παλαιό ημερολόγιο.
[2] ΓΕΣ/ΔΙΣ, Επίτομη Ιστορία της Συμμετοχής του Ελληνικού Στρατού στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο 1914-1918 (στο εξής: Επίτομη Ιστορία της Συμμετοχής του Ελληνικού Στρατού), Αθήνα 1993, 6, 17.
[3] ΓΕΣ/ΔΙΣ, Ο Ελληνικός Στρατός κατά τον Πρώτον Παγκόσμιον Πόλεμον 1914-1918. Η Ελλάς και ο Πόλεμος εις τα Βαλκάνια 1914-1918, τόμος πρώτος, Αθήναι 1958, 178-181.
[4]
Υπήρχε πρόβλεψη για τη συγκρότηση και μιας τέταρτης μεραρχίας, της
Θεσσαλονίκης, με στρατεύσιμους από τη Μακεδονία, βλ. στο ίδιο, 180.Το Διασυμμαχικό μνημείο ανεγέρθηκε το έτος 1976 σε έκταση ιδιώτη
που παραχώρησε με δωρεά στο ΤΕΘΑ και το έτος 1977 πραγματοποιήθηκαν τα
εγκαίνια. Αυτό αποτελείται από:
(1) Μία πεντάπλευρη στήλη επί της οποίας αναγράφεται σε πέντε
γλώσσες η επιγραφή «Στα παιδιά της Γαλλίας, της Μ. Βρετανίας, της Ελλάδας, της
Ιταλίας και της Σερβίας, τα οποία πιστά στις επιταγές των προγόνων τους, αγωνί-
σθηκαν σε αυτά τα μέρη και έπεσαν για την ελευθερία και την παγκόσμια ειρήνη».
(2) Μία μαρμάρινη πλάκα με τα ονόματα των πρώτων προέδρων των
διασυμμαχικών ενώσεων ιδρυτών του μνημείου.
(3) Τις παρακάτω προτομές των Πρωθυπουργών των πέντε κρατών
που συμμετείχαν στις επιχειρήσεις:
(α) Αριστείδη Μπριάντ, Πρωθυπουργού της Γαλλίας.
(β) Βιτόριο Εμανουέλε, Πρωθυπουργού της Ιταλίας.
(γ) Ελευθερίου Βενιζέλου, Πρωθυπουργού της Ελλάδας.
(δ) Νικολά Πάσιτς, Πρωθυπουργού της Σερβίας.
(ε) Ντέϊβιντ Λόυντ Τζόρτζ, Πρωθυπουργού της Μ. Βρετανίας.
(4) Την τελευταία Κυριακή του μηνός Σεπτεμβρίου κάθε έτους διορ-
γανώνεται τελετή από την Ένωση Συμμάχων Πολεμιστών Μακεδονικού Μετώπου
σε συνεργασία με το Δήμο Πολυκάστρου.
Μάχη του Σκρα (17/30 Μαΐου 1918).
Η μάχη του Σκρα θεωρείται μια από τις σημαντικότερες μάχες του
ελληνικού στρατού κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, που έπαιξε
καθοριστικό ρόλο στο Μακεδονικό Μέτωπο.
Η περιοχή ήταν πολύ καλά οχυρωμένη, με πολλά χαρακώματα και γι’ αυτό θεωρούνταν απόρθητη.
Το σχέδιο
Τον Μάιο του 1918, ξεκινάει το σχέδιο επιχειρήσεων που προέβλεπε
επίθεση σε δυο χρόνους. Το πρώτο σχέδιο ήταν να καταληφθεί το ύψωμα
Σκρα και έπειτα η γραμμή των υψωμάτων Τουμουλούς-Σερφ Βολάν. Την επίθεση
στο Σκρα ανέλαβε η μεραρχία Αρχιπελάγους με αρχιστράτηγο τον Γκυγιωμά,
αντιστράτηγο τον Εμμανουήλ Ζυμβρακάκη και υποστράτηγο τον Δημήτριο
Ιωάννου, συνεπικουρούμενη από τις μεραρχίες Σερρών και Κρήτης.
Η επίθεση
Τα ξημερώματα 17/30 Μαΐου 1918 άρχισε η μάχη με 14.546 μαχητές πεζικού
από την ελληνική πλευρά, με βαρέα και ελαφρά πυροβόλα. Αντίστοιχα οι
Βούλγαροι από την άλλη πλευρά διέθεταν πέντε συντάγματα πεζικού με βαρύ
και ελαφρύ πυροβολικό. Κατά τη διάρκεια της επίθεσης επικρατούσε βροχή
και αραιή ομίχλη που ευνόησε την προώθηση του πεζικού.Η καταστροφή των βουλγαρικών δυνάμεων από το ελληνικό πυροβολικό ήταν ολοκληρωτική. Σε αυτό συνέβαλε και η άμεση συνεργασία του 45ου Γαλλικού Συντάγματος Πεζικού και τμήματα του 1ου Αφρικανικού Συντάγματος.
Οι ελληνικές απώλειες ήταν 605 νεκροί, 2.227 τραυματίες και 164 αιχμάλωτοι. Αν και για τις απώλειες των Βουλγάρων δεν υπάρχουν ακριβή στοιχεία, στο πεδίο της μάχης καταμετρήθηκαν πάνω από 400 νεκροί και 1.835 αιχμάλωτοι.
Η σημασία της μάχης
Η μάχη του Σκρα ήταν καθοριστική για τη διάσπαση του Μακεδονικού
Μετώπου και ύψωσε το φρόνημα και το ηθικό τόσο του στρατού, όσο και του
ελληνικού λαού. Η νικηφόρα μάχη του ελληνικού στρατού εγκωμιάστηκε από
τον Γάλλο Στρατηγό Γκυγιωμά, ο οποίος χαρακτήρισε τη μάχη του Σκρα «ως
ευτυχή προάγγελον για τις μέλλουσες νίκες». Σε διαταγή προς τον Διοικητή
της 1ης Ομάδας Μεραρχιών, Στρατηγό Ζοέμ, έγραψε για τη δράση του
ελληνικού στρατού:«...Χάρη στην απαράμιλλη ανδρεία του και την υπέροχη
ορμητικότητά του, το ελληνικό πεζικό του Στρατηγού Ζυμβρακάκη σε στενό
σύνδεσμο με το πυροβολικό και την αεροπορία, τα οποία παρά τις δυσμενείς
καιρικές συνθήκες πέτυχαν να εκτελέσουν όλες τις αποστολές τους,
υπερνίκησε όλα τα εμπόδια που είχαν συσσωρευτεί σ’ ένα από τα πιο
ανώμαλα εδάφη και πέτυχε με περίλαμπρη ενέργεια να καταλάβει τις
βουλγαρικές θέσεις σε μέτωπο 12χλμ., αφού συνέλαβε περισσότερους από
1700 αιχμαλώτους και κυρίευσε σημαντικό υλικό».Από την πλευρά της Βουλγαρίας, ο διευθυντής του Γραφείου επιχειρήσεων του Βουλγαρικού Γενικού Στρατηγείου, συνταγματάρχης Τόικοφ, στο βιβλίο του «Γιατί δεν νικήσαμε», αναφέρει «Τα συμβάντα της Γιαραμπίτσας (Σκρα) προκάλεσαν βαθύτατη αίσθηση ... Η απώλεια μιας τόσο οχυρωμένης θέσης προξένησε κατάπληξη...».
Μάχη της Δοϊράνης (5/18-6/19 Σεπτεμβρίου 1918)
Η μάχη της Δοϊράνης εντασσόταν στο ευρύτερο σχέδιο διάσπασης του
Μακεδονικού Μετώπου του Αρχιστρατήγου Φρανσαί ντ’ Εσπεραί (Louis
Franchet d’ Espèrey), Διοικητή της Συμμαχικής Στρατιάς Ανατολής.[1]
Το σχέδιο προέβλεπε μια κύρια επίθεση στην περιοχή
Ντοπροπόλιε-Βέτερνικ-Κόζιακα και δύο δευτερεύουσες, μία στον τομέα
Αξιού-Δοϊράνης και μία στον τομέα του Στρυμόνα.
Στον τομέα Αξιού-Δοϊράνης θα δρούσε η Βρετανοελληνική Στρατιά, υπό τον Στρατηγό Μιλν, αποτελούμενη από δύο σώματα Στρατού. Το 12ο Σώμα Στρατού, που περιελάμβανε την 22η Βρετανική Μεραρχία, τη Μεραρχία Σερρών, την 83η Βρετανική Ταξιαρχία, το 2ο Γαλλικό Σύνταγμα Ζουάβων και το Σύνταγμα Ιππικού, θα ενεργούσε δυτικά της Δοϊράνης. Το 16ο Σώμα Στρατού, που περιελάμβανε την 28η Βρετανική Μεραρχία, την 228η Ταξιαρχία, ένα σύνταγμα Ιππικού, τη Μεραρχία Κρήτης και το 3ο Ελληνικό Σύνταγμα Ιππικού, θα ενεργούσε ανατολικά της Δοϊράνης. Στην τοποθεσία αμύνονταν τμήματα της 1ης Βουλγαρικής Στρατιάς. Η περιοχή μεταξύ του Αξιού ποταμού και της Δοϊράνης συνιστούσε μια ισχυρά οργανωμένη τοποθεσία, με πολυάριθμα βαθιά χαρακώματα και πλατιές ζώνες συρματοπλέγματος.[2]
Το 12ο Σώμα Στρατού εκδήλωσε την επίθεσή του στις 5/18 Σεπτεμβρίου 1918, με την 22η Βρετανική Μεραρχία αριστερά και τη Μεραρχία Σερρών στα δεξιά, κατά της αμυντικής τοποθεσίας του υψώματος Πυραμίδα (Γκράν Κορονέ). Ο αγώνας υπήρξε σκληρός με εναλλασσόμενες φάσεις και με βαρύτατες και από τις δύο πλευρές απώλειες. Η Μεραρχία Σερρών, με το 1ο και το 2ο Σύνταγμα στην πρώτη γραμμή, επιτέθηκε με μεγάλο ενθουσιασμό και κατάφερε να προωθηθεί εντός της εχθρικής τοποθεσίας, καταλαμβάνοντας τους πρώτους αντικειμενικούς σκοπούς, δηλαδή τα υψώματα Δοϊράνης, Τέτον και 340. Συνεχίζοντας την επιθετική προσπάθεια, το 1ο Σύνταγμα Σερρών επιτέθηκε εναντίον του υψώματος Χιλτ. Όμως η 22η Βρετανική Μεραρχία συνάντησε σθεναρή εχθρική αντίσταση και, παρ’ όλο που ενισχύθηκε με το 3ο Σύνταγμα Σερρών, δεν κατάφερε να προωθηθεί εντός της εχθρικής τοποθεσίας. Τελικά η βρετανική Μεραρχία αναγκάστηκε να υποχωρήσει, αφήνοντας ακάλυπτο το αριστερό πλευρό του 1ου Συντάγματος Σερρών, το οποίο συμπτύχθηκε για να μην αποκοπεί. Τη νύχτα αναστάλθηκε η συμμαχική επίθεση και η ελληνική Μεραρχία σταθεροποιήθηκε στη γραμμή υψώματα Δοϊράνης-ύψωμα 340.
Στις 6/19 Σεπτεμβρίου το 12ο Σώμα Στρατού συνέχισε την επίθεσή του στο δυτικό τμήμα της λίμνης Δοϊράνης, χωρίς όμως επιτυχία. Η Μεραρχία Σερρών, παρά τα συνεχή πυρά του εχθρικού πυροβολικού, κατάφερε να καταλάβει το ύψωμα Χιλτ. Όμως και πάλι η αποτυχία της βρετανικής Μεραρχίας αλλά και η ενίσχυση των βουλγαρικών τμημάτων είχαν ως αποτέλεσμα τη συγκέντρωση των εχθρικών δυνάμεων εναντίον του Χιλτ, την ανακατάληψή του από τα βουλγαρικά τμήματα και τη σύμπτυξη της ελληνικής Μεραρχίας. Τελικά το 12ο Σώμα Στρατού διέκοψε τις ενέργειές του και συμπτύχθηκε στις αρχικές θέσεις εξορμήσεως.[3] Οι απώλειες της 22ης Βρετανικής Μεραρχίας ανήλθαν σε 165 αξιωματικούς και 3.155 οπλίτες νεκρούς και τραυματίες και των Ελλήνων σε 173 αξιωματικούς και 2.514 οπλίτες.[4]
Παράλληλα, το 16ο Βρετανικό Σώμα Στρατού εξαπέλυσε την επίθεσή του στις 0300 της 5ης/18ης Σεπτεμβρίου, ανατολικά της λίμνης Δοϊράνης κατά του τομέα της Μπλάνγκα Πλάνινα. Την επίθεση ανέλαβε εξ ολοκλήρου η Μεραρχία Κρήτης, καλυπτόμενη από δεξιά από την 84η Ταξιαρχία της 28ης Βρετανικής Μεραρχίας. Η ελληνική Μεραρχία επιτέθηκε με δύο Συντάγματα στην πρώτη γραμμή, το 9ο και το 29ο. Τα ελληνικά τμήματα κατόρθωσαν να διανοίξουν διαδρόμους στα εχθρικά συρματοπλέγματα και να εισχωρήσουν σε μικρό βάθος εντός της εχθρικής αμυντικής τοποθεσίας. Δέχτηκαν όμως σφοδρότατα πυρά πυροβολικού και πεζικού, καθώς και αλλεπάλληλες αντεπιθέσεις, και καθηλώθηκαν. Παρά την ενίσχυσή τους από βρετανικές δυνάμεις και από το 3ο Σύνταγμα Ιππικού, δεν επιτεύχθηκαν σημαντικά αποτελέσματα. Την επομένη επικράτησε ηρεμία στον τομέα και σταδιακά άρχισε η αντικατάσταση των ελληνικών τμημάτων πρώτης γραμμής.
Οι απώλειες της Μεραρχίας Κρήτης ανήλθαν σε 10 αξιωματικούς και 96 οπλίτες νεκρούς και 34 αξιωματικούς και 540 οπλίτες τραυματίες, ενώ των Βρετανών ανήλθαν σε 100 νεκρούς και τραυματίες.[5]
Η επίθεση της Βρετανοελληνικής Στρατιάς στην περιοχή της Δοϊράνης είχε αποτύχει, αφού οι απώλειες ήταν μεγάλες και τα εδαφικά και τακτικά κέρδη ελάχιστα. Σύμφωνα με το Γενικό Επιτελείο η κύρια αιτία της αποτυχίας ήταν η ανεπαρκής και αναποτελεσματική υποστήριξη των ελληνικών δυνάμεων από το βρετανικό πυροβολικό.[6] Οι επιχειρήσεις όμως στη Δοϊράνη συντέλεσαν στην αγκίστρωση ισχυρών εχθρικών δυνάμεων πεζικού και πυροβολικού.
Στον τομέα Αξιού-Δοϊράνης θα δρούσε η Βρετανοελληνική Στρατιά, υπό τον Στρατηγό Μιλν, αποτελούμενη από δύο σώματα Στρατού. Το 12ο Σώμα Στρατού, που περιελάμβανε την 22η Βρετανική Μεραρχία, τη Μεραρχία Σερρών, την 83η Βρετανική Ταξιαρχία, το 2ο Γαλλικό Σύνταγμα Ζουάβων και το Σύνταγμα Ιππικού, θα ενεργούσε δυτικά της Δοϊράνης. Το 16ο Σώμα Στρατού, που περιελάμβανε την 28η Βρετανική Μεραρχία, την 228η Ταξιαρχία, ένα σύνταγμα Ιππικού, τη Μεραρχία Κρήτης και το 3ο Ελληνικό Σύνταγμα Ιππικού, θα ενεργούσε ανατολικά της Δοϊράνης. Στην τοποθεσία αμύνονταν τμήματα της 1ης Βουλγαρικής Στρατιάς. Η περιοχή μεταξύ του Αξιού ποταμού και της Δοϊράνης συνιστούσε μια ισχυρά οργανωμένη τοποθεσία, με πολυάριθμα βαθιά χαρακώματα και πλατιές ζώνες συρματοπλέγματος.[2]
Το 12ο Σώμα Στρατού εκδήλωσε την επίθεσή του στις 5/18 Σεπτεμβρίου 1918, με την 22η Βρετανική Μεραρχία αριστερά και τη Μεραρχία Σερρών στα δεξιά, κατά της αμυντικής τοποθεσίας του υψώματος Πυραμίδα (Γκράν Κορονέ). Ο αγώνας υπήρξε σκληρός με εναλλασσόμενες φάσεις και με βαρύτατες και από τις δύο πλευρές απώλειες. Η Μεραρχία Σερρών, με το 1ο και το 2ο Σύνταγμα στην πρώτη γραμμή, επιτέθηκε με μεγάλο ενθουσιασμό και κατάφερε να προωθηθεί εντός της εχθρικής τοποθεσίας, καταλαμβάνοντας τους πρώτους αντικειμενικούς σκοπούς, δηλαδή τα υψώματα Δοϊράνης, Τέτον και 340. Συνεχίζοντας την επιθετική προσπάθεια, το 1ο Σύνταγμα Σερρών επιτέθηκε εναντίον του υψώματος Χιλτ. Όμως η 22η Βρετανική Μεραρχία συνάντησε σθεναρή εχθρική αντίσταση και, παρ’ όλο που ενισχύθηκε με το 3ο Σύνταγμα Σερρών, δεν κατάφερε να προωθηθεί εντός της εχθρικής τοποθεσίας. Τελικά η βρετανική Μεραρχία αναγκάστηκε να υποχωρήσει, αφήνοντας ακάλυπτο το αριστερό πλευρό του 1ου Συντάγματος Σερρών, το οποίο συμπτύχθηκε για να μην αποκοπεί. Τη νύχτα αναστάλθηκε η συμμαχική επίθεση και η ελληνική Μεραρχία σταθεροποιήθηκε στη γραμμή υψώματα Δοϊράνης-ύψωμα 340.
Στις 6/19 Σεπτεμβρίου το 12ο Σώμα Στρατού συνέχισε την επίθεσή του στο δυτικό τμήμα της λίμνης Δοϊράνης, χωρίς όμως επιτυχία. Η Μεραρχία Σερρών, παρά τα συνεχή πυρά του εχθρικού πυροβολικού, κατάφερε να καταλάβει το ύψωμα Χιλτ. Όμως και πάλι η αποτυχία της βρετανικής Μεραρχίας αλλά και η ενίσχυση των βουλγαρικών τμημάτων είχαν ως αποτέλεσμα τη συγκέντρωση των εχθρικών δυνάμεων εναντίον του Χιλτ, την ανακατάληψή του από τα βουλγαρικά τμήματα και τη σύμπτυξη της ελληνικής Μεραρχίας. Τελικά το 12ο Σώμα Στρατού διέκοψε τις ενέργειές του και συμπτύχθηκε στις αρχικές θέσεις εξορμήσεως.[3] Οι απώλειες της 22ης Βρετανικής Μεραρχίας ανήλθαν σε 165 αξιωματικούς και 3.155 οπλίτες νεκρούς και τραυματίες και των Ελλήνων σε 173 αξιωματικούς και 2.514 οπλίτες.[4]
Παράλληλα, το 16ο Βρετανικό Σώμα Στρατού εξαπέλυσε την επίθεσή του στις 0300 της 5ης/18ης Σεπτεμβρίου, ανατολικά της λίμνης Δοϊράνης κατά του τομέα της Μπλάνγκα Πλάνινα. Την επίθεση ανέλαβε εξ ολοκλήρου η Μεραρχία Κρήτης, καλυπτόμενη από δεξιά από την 84η Ταξιαρχία της 28ης Βρετανικής Μεραρχίας. Η ελληνική Μεραρχία επιτέθηκε με δύο Συντάγματα στην πρώτη γραμμή, το 9ο και το 29ο. Τα ελληνικά τμήματα κατόρθωσαν να διανοίξουν διαδρόμους στα εχθρικά συρματοπλέγματα και να εισχωρήσουν σε μικρό βάθος εντός της εχθρικής αμυντικής τοποθεσίας. Δέχτηκαν όμως σφοδρότατα πυρά πυροβολικού και πεζικού, καθώς και αλλεπάλληλες αντεπιθέσεις, και καθηλώθηκαν. Παρά την ενίσχυσή τους από βρετανικές δυνάμεις και από το 3ο Σύνταγμα Ιππικού, δεν επιτεύχθηκαν σημαντικά αποτελέσματα. Την επομένη επικράτησε ηρεμία στον τομέα και σταδιακά άρχισε η αντικατάσταση των ελληνικών τμημάτων πρώτης γραμμής.
Οι απώλειες της Μεραρχίας Κρήτης ανήλθαν σε 10 αξιωματικούς και 96 οπλίτες νεκρούς και 34 αξιωματικούς και 540 οπλίτες τραυματίες, ενώ των Βρετανών ανήλθαν σε 100 νεκρούς και τραυματίες.[5]
Η επίθεση της Βρετανοελληνικής Στρατιάς στην περιοχή της Δοϊράνης είχε αποτύχει, αφού οι απώλειες ήταν μεγάλες και τα εδαφικά και τακτικά κέρδη ελάχιστα. Σύμφωνα με το Γενικό Επιτελείο η κύρια αιτία της αποτυχίας ήταν η ανεπαρκής και αναποτελεσματική υποστήριξη των ελληνικών δυνάμεων από το βρετανικό πυροβολικό.[6] Οι επιχειρήσεις όμως στη Δοϊράνη συντέλεσαν στην αγκίστρωση ισχυρών εχθρικών δυνάμεων πεζικού και πυροβολικού.
Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος (1914-1918)[7]
Α/Α
|
ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ
|
ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΙ
|
ΟΠΛΙΤΕΣ
| ||
ΝΕΚΡΟΙ
|
ΤΡΑΥΜΑΤΙΕΣ
|
ΝΕΚΡΟΙ
|
ΤΡΑΥΜΑΤΙΕΣ
| ||
1
|
Άνοιξη 1917
| 9 |
10
|
111
|
430
|
2
|
Μάιος 1918
| 29 |
69
|
412
|
2.135
|
3
|
Σεπτέμβριος 1918
| 61 |
211
|
773
|
3.579
|
[1]
Με απόφαση της γαλλικής κυβέρνησης της 27ης Μαΐου/9ης Ιουνίου 1918 ο
Στρατηγός Γκυγιωμά αντικαταστάθηκε από τον Στρατηγό Φρανσαί ντ’ Εσπεραί
στη διοίκηση της Στρατιάς Ανατολής, βλ. ΓΕΣ/ΔΙΣ, Η Συμμετοχή της Ελλάδος, 58.
[2] Στο ίδιο, 127-128.
[3]
Αρχείο ΓΕΣ/ΔΙΣ, Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, Φ.232/Β/5, Μάχες Δοϊράνης –
Επίθεση κατά Γκραν Κορονέ της Μεραρχίας Σερρών της 21ης Μαΐου 1919.
[4] ΓΕΣ/ΔΙΣ, Η Συμμετοχή της Ελλάδος, 139. Αναλυτικά για τις απώλειες της Μεραρχίας Σερρών κατά τη μάχη της Δοϊράνης βλ. στο ίδιο, παράρτ. 13, 222.
[5]
Αρχείο ΓΕΣ/ΔΙΣ, Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, Φ.228/Β/3, Ιστορικό της
Μεραρχίας Κρήτης της 21ης Μαΐου 1919 για το διάστημα από 1ης Σεπτεμβρίου
μέχρι 18 Νοεμβρίου 1918 (Επίθεση κατά Μπλάνγκα Πλάνινα), 14.
[6]
Αρχείο ΓΕΣ/ΔΙΣ, Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, Φ.398/Γ/2, Επιστολή του
Αρχιστρατήγου Δαγκλή προς τον Πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο της
7ης/19ης Σεπτεμβρίου 1918.
[7] ΓΕΣ/ΔΙΣ, Η Συμμετοχή της Ελλάδος,
παραρτ. 6-8, 218-219. Στο ίδιο, παράρτ. 16, 224. Στις παραπάνω απώλειες
δε συμπεριλαμβάνονται όσες προήλθαν από τις κακουχίες του πολέμου και
κυρίως από διάφορες επιδημικές ασθένειες. Επίσης, υπήρξαν εξαφανισθέντες
αξιωματικοί και οπλίτες: 2 αξιωματικοί και 164 οπλίτες τον Μάιο του
1918 και 9 αξιωματικοί και 662 οπλίτες τον Σεπτέμβριο του 1918. Συνολικά
οι νεκροί και οι αγνοούμενοι του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου από το 1914 έως
το 1918 ανήλθαν σε 496 αξιωματικούς και 23.834 οπλίτες, βλ. ΓΕΣ/ΔΙΣ, Αγώνες και Νεκροί 1830-1930, 444. ΓΕΣ/ΔΙΣ, Επίτομη Ιστορία της Συμμετοχής του Ελληνικού Στρατού, 304.
Διασυμμαχικό μνημείο Πολυκάστρου
(1) Μία πεντάπλευρη στήλη επί της οποίας αναγράφεται σε πέντε γλώσσες η επιγραφή «Στα παιδιά της Γαλλίας, της Μ. Βρετανίας, της Ελλάδας, της Ιταλίας και της Σερβίας, τα οποία πιστά στις επιταγές των προγόνων τους, αγωνίσθηκαν σε αυτά τα μέρη και έπεσαν για την ελευθερία και την παγκόσμια ειρήνη».
(2) Μία μαρμάρινη πλάκα με τα ονόματα των πρώτων προέδρων των διασυμμαχικών ενώσεων ιδρυτών του μνημείου.
(3) Τις παρακάτω προτομές των Πρωθυπουργών των πέντε κρατών που συμμετείχαν στις επιχειρήσεις:
(α) Αριστείδη Μπριάντ, Πρωθυπουργού της Γαλλίας.
(β) Βιτόριο Εμανουέλε, Πρωθυπουργού της Ιταλίας.
(γ) Ελευθερίου Βενιζέλου, Πρωθυπουργού της Ελλάδας.
(δ) Νικολά Πάσιτς, Πρωθυπουργού της Σερβίας.
(ε) Ντέϊβιντ Λόυντ Τζόρτζ, Πρωθυπουργού της Μ. Βρετανίας.
(4) Την τελευταία Κυριακή του μηνός Σεπτεμβρίου κάθε έτους διοργανώνεται τελετή από την Ένωση Συμμάχων Πολεμιστών Μακεδονικού Μετώπου σε συνεργασία με το Δήμο Πολυκάστρου.



Blogger Comment
Facebook Comment