1 – 15 Απριλίου 1822.
Υψηλαντης-Ανδρουτσος-Νικηταράς.
Στα τέλη του Φλεβάρη του 1822, μόλις τα άλογα του ιππικού φάγανε πράσινο χορτάρι, σύμφωνα με παμπάλαιο οθωμανικό έθιμο, ο στρατός των 30.000 ανδρών, που είχε ετοιμάσει ο Χουρσίτ πασάς στη Λάρισα, κατέβηκε στην κοιλάδα του Σπερχειού για να πάει στον Μωρια.
Μαζί του κατέβηκε και ο Δράμαλης, στον οποίο είχε αναθέσει την αρχηγία ο Σουλτάνος, με μεγάλη δύναμη στο Ζητούνι (Λαμία) και στρατοπέδευσε στο Πατρατζίκι (Υπάτη) για να ησυχάσει και να προετοιμάσει την εκστρατεία του.
Με εμπιστοσύνη στις δυνάμεις του ξεκίνησε από τη Λάρισα με τη δήλωση ότι μέσα σε δυο μήνες η εκστρατεία θα είχε τελειώσει.
Ήταν πολύ αισιόδοξος, ίσως από τις πληροφορίες του για τις διχόνοιες των Ελλήνων, όπως γράφει ο Κόκκινος.
Όμως η αισιοδοξία του αυτή, όπως θα δούμε, διαψεύσθηκε.
Αντί μέσα σε δυο μήνες να έχει τελειώσει, η εκστρατεία του καθυστέρησε τέσσερις μήνες στη Φθιώτιδα, χάρη στην αντίσταση και τη μαχητικότητα των αγωνιστών.
Ο στρατιωτικός αρχηγός της ανατολικής Στερεάς Οδυσσέας Ανδρούτσος, κι ας μην τον ήθελε ο Άρειος Πάγος, ζήτησε έγκαιρα από την κυβέρνηση ενισχύσεις για τη Φθιώτιδα.
«Το 1822 το Φλεβάρη μήνα, οι Ρουμελιώτες βίαζαν τους Πελοποννησίους να βγούνε εις τη Ρούμελη να συναγωνιστούν μαζί, οτ’ ήταν πολλοί οι Τούρκοι και ήρθε και ο Δράμαλης εις το Ζητούνι με μεγάλη δύναμη», γράφει ο Μακρυγιάννης.
Στάλθηκε ο Υψηλάντης, ο Νικηταράς και ο Παναγιώτης Ζαφειρόπουλος (Άκουρος) με 800 άντρες και δόθηκε εντολή σε Μοραΐτες οπλαρχηγούς να πιάσουν τον Ισθμό και τα Δερβένια των Γερανείων.
Στις 24 Μαρτίου 1822, στο Μπράλο έγινε μεγάλη σύσκεψη των οπλαρχηγών.
Αποφασίστηκε ένα σώμα να επιτεθεί από τη Στυλίδα για να καταλάβει το Ζητούνι, ένα άλλο να επιτεθεί στο Πατρατζίκι και να φτάσει στο Ζητούνι και ένα τρίτο να κρατήσει την αμυντική γραμμή της Αλαμάνας.
Οι επιχειρήσεις θα άρχιζαν τη Μεγάλη Παρασκευή 31 Μαρτίου.
Την πρώτη δύναμη από 3.000 άντρες αποτελούσαν οι Ανδρούτσος, Γ. Δυοβουνιώτης, Υψηλάντης, Νικηταράς, Άκουρος και άλλοι.
Τη δεύτερη από 2.500 άντρες οι Σαφάκας, Σκαλτσάς, Κοντογιάννης, Γιολδασαίοι και λοιποί και την τρίτη από 1500 άντρες ο Πανουργιάς κλπ., η οποία έπιασε τη γραμμή από Δρακοσπηλιά μέχρι Κομποτάδες.
Η πρώτη δύναμη από τις ακτές της Λοκρίδας με πλοιάρια αποβιβάστηκε τα ξημερώματα της 1ης Απριλίου στις ακτές της Στυλίδας, Αγίας Μαρίνας και Αχινού.
«Και ο μεν Οδυσσεύς εκτελέσας την απόφασιν ταύτην, γράφει ο Αντώνιος Γεωργαντάς, απήντησεν εις την απόβασίν του κατά τον Αχινό, διάφορα σώματα τουρκικά αδύνατα, τα οποία κτυπηθέντα παρά των Ελλήνων ετράπησαν εις φυγήν, ακολουθούντες οι Έλληνες κατ’ αυτών.»
Η απόβαση στη Στυλίδα και η επίθεση των Ελλήνων συνάντησε μεγάλη αντίσταση.
Έγιναν σκληρές μάχες και οι Έλληνες μπήκαν στη Στυλίδα, σκότωσαν πάνω από 50 Τούρκους και έκαψαν πολλά σπίτια.
Ταυτόχρονα άλλη δύναμη αποβιβάστηκε στην Αγία Μαρίνα και την κατέλαβε, ενώ οι Τούρκοι υποχώρησαν και οχυρώθηκαν στο χωριό Αυλάκι, όπου τους κυνήγησαν οι Έλληνες και εκεί έγινε άλλη σκληρή μάχη.
Στις αιματηρές μάχες της Στυλίδας, διακρίθηκαν ο Νικηταράς και οι Πελοποννήσιοι, καθώς και ο στρατιώτης του Οδυσσέα Ανδρούτσου, Ακρίδας, ο οποίος βρισκόμενος μαζί με άλλους Έλληνες υπό καταιγιστικό πυρ από αλβανούς, όρμησε με ένα δαυλό και άναψε φωτιά στον πύργο, που ήταν οχυρωμένοι (οι αλβανοί) και τους έκαψε.
Στο μεταξύ οι Τούρκοι, βλέποντας την απειλή από τους Έλληνες, -στέλνουν συνεχώς πολυάριθμες ενισχύσεις από τη Λαμία προς Αυλάκι –Στυλίδα.
Έτσι, η σχεδιαζόμενη επιθετική εκστρατεία προς κατάληψη της Λαμίας, μεταβλήθηκε σε αμυντική στην Αγία Μαρίνα.
Οι τούρκοι στήνουν 4 κανόνια στο Αυλάκι και από εκεί βομβαρδίζουν συνεχώς τα Ελληνικά χαρακώματα. Ο αγώνας στην Αγία Μαρίνα συνεχίζεται αδιάκοπα για ημέρες, με καθημερινές επιθέσεις και ακροβολισμούς.
Ο Άρειος Πάγος δεν καταφέρνει να εφοδιάσει τα Ελληνικά στρατεύματα, εξαιτίας της έχθρας του για τον Ανδρούτσο (κατά τον Μακρυγιάννη), παρ’ όλες τις επανελειμένες εκκλήσεις του Έλληνα στρατηγού.
Οι οπλαρχηγοί, βλέποντας ότι δε θα μπορέσουν να διατηρήσουν τις θέσεις τους για πολύ, εφόσον οι τούρκοι κατείχαν το Αυλάκι και οι δικοί τους απειλούσαν με «γιουρούσι» μέσα από τις εχθρικές γραμμές, αποφασίζουν στις 13 Απριλίου να διενεργήσουν νυχτερινή έφοδο εναντίον των τουρκικών οχυρωμένων θέσεων. Ο Ανδρούτσος αν και σύμφωνος άλλαξε γνώμη θεωρώντας βέβαιη την αποτυχία της νυχτερινής επιθέσεως και ενώ το στράτευμα είχε κινητοποιηθεί, όλοι επανήλθαν στις θέσεις τους.
Την επόμενη, ο Ανδρούτσος και ο Νικηταράς μεταβαίνουν με βάρκα στο πλοίο, για να συναντηθούν με τους αντιπροσώπους του Αρείου Πάγου, προς έγκριση της αποχώρησης του στρατεύματος.
Κατά την συνάντηση οι Αρειοπαγίτες επιμένουν στην διατήρηση του μετώπου της Αγίας Μαρίνας, με σκοπό την ενθάρρυνση των Μακεδόνων επαναστατών στον Όλυμπο, κάτι το οποίο δεν βρήκε σύμφωνο τον Οδυσσέα που επέμεινε για αποχώρηση των Ελλήνων.
Ο Άρειος Πάγος πρότεινε τότε την αποχώρηση του στρατεύματος δια ξηράς, με σκοπό την μετακίνηση τους προς την Υπάτη, κάτι που σήμαινε βέβαιη καταστροφή. Τότε περιήλθαν σε έντονη λογομαχία ο Οδυσσέας με τον Νικηταρά.
Κατά την διάρκεια της λογομαχίας, άκουσαν πυροβολισμούς από την Αγία Μαρίνα, μεταξύ Ελλήνων και τούρκων.Τότε, άφησαν τις μεταξύ τους διαφορές και ανήλθαν στο κατάστρωμα του πλοίου.
Εκεί, παρατήρησαν σε ένα ύψωμα πλήθος πεζών εχθρών, εντός βολής κανονιού και ένα ιππέα με χρυσοποίκιλτα ρούχα να ωθεί το τούρκικό πεζικό στη μάχη. Στοχεύοντας με τα κανόνια του πλοίου τον τούρκο αξιωματικό, τον σκότωσαν μαζί με πολλούς αλλους εχθρούς και τότε η μάχη έληξε με τους τούρκους να υποχωρούν προς το Αυλάκι. Τότε οι Αρειοπαγίτες, συμφώνησαν στην πρόταση του Οδυσσέα για αποχώρηση και μόλις βράδυασε, άρχισε η απαγκίστρωση του Ελληνικού στρατού με τέχνασμα του έμπειρου στρατηγού.
Οι Έλληνες εγκατάλειψαν την Αγία Μαρίνα, έχοντας όλες αυτες τις ημέρες 50 νεκρούς και 90 τραυματίες, αφού έκαψαν και τον πύργο του Χαλήλ Μπέη.
Οι τουρκικές απώλειες, αν και δεν αναφέρονται από τους ιστορικούς, θα πρέπει να ήσαν πολύ μεγάλες, αφού όλο αυτό το διάστημα εφορμούσαν ακάλυπτοι εναντίον οχυρών θέσεων.
Το σώμα του Νάκου Πανουργιά στους Κομποτάδες, δεν συμμετείχε καθόλου στις επιχειρήσεις και ο Δ.Υψηλάντης στην Δρακοσπηλιά, λίγα μπορούσε να προσφέρει χωρίς εφόδια,χρήματα και στρατό από τον Αρειο Πάγο.
Μετά από 15 μέρες η επιχείρηση για κατάληψη της Υπάτης επαναλήφθηκε. Ενισχυμένοι οι Έλληνες και με τους Μοραΐτες, αιφνιδίασαν πάλι τους Τούρκους και τους ανάγκασαν να υποχωρήσουν.
Ήρθαν όμως πολλές τούρκικες ενισχύσεις από τον κάμπο και οι Έλληνες αναγκάστηκαν πάλι να υποχωρήσουν για τα ορεινά της Οίτης.
Και σε τούτη τη μάχη της Υπάτης οι απώλειες των Τούρκων ήταν σημαντικές…
Blogger Comment
Facebook Comment