Ἦλθα πάλι στήν σκηνή μου διότι χιονίζει συνεχῶς. Ἡ μάχη ἀριστερά μας συνεχίζεται, οἱ Ἰταλοί προβάλουν μεγάλη ἀντίσταση. Ἐμεῖς σήμερα δέν φαίνεται νά λάβουμε μέρος στήν μάχη, νά δοῦμε μέχρι βράδυ τί θα γίνῃ. Πραγματικῶς ἡ ζωή μας ἔχει μεταβληθῆ σέ ἀληθινή κόλαση. Χριστούγεννα σήμερα, δίχως ψωμί καί βρεγμένοι μέχρι τό κόκκαλο. Ὁ νοῦς μου γυρνᾶ πίσω στό σπίτι, οἱ καημένοι οἱ γονεῖς μου θά βρίσκονται σε κακά χάλια. Σκέπτομαι, αὐτήν τήν στιγμή ὁ πατέρας μου θά πῆγε στήν ἐκκλησία, ἡ Μητέρα μου μέ τίς ἀδελφές μου θά κάθονται στήν θερμάστρα, ὁ νούς των, ὅλο θά εἶναι σέ μᾶς.
Εἶναι ἀδύνατον ὅμως νά φαντασθοῦν τό τί ὑποφέρουμε. Οὐδέποτε τούς ἔγραψα τήν ἀλήθεια. Στό μυαλό μου ἔρχονται ἄλλες περασμένες χρονιές. Σάν σήμερα, ὅλα τά ἀδέλφια μου μέ τήν Μητέρα μου περιμέναμε τόν Πατέρα, νά γυρίσῃ ἀπό τήν ἐκκλησία, ἑτοιμαζόμασταν ὅλοι, φρεσκοξουρισμένοι, σιδερωμένοι, μέ καθαρά ῥοῦχα, δέν καθόμασταν στο τραπέζι προτοῦ ἔλθει ὁ Πατέρας, μόλις ἔμπαινε μέσα, τοῦ εὐχόμασταν ὅλοί, καθόμασταν στο τραπέζι καί πρώγαμε, το ράδιο θά ἔπαιζε συνεχῶς ἀγγέλοντας την χαρμόσυνο είδηση της Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ. Μετά το φαγί τά παιδιά βγαίνουν ἔξω. Ἐγώ ἔμενα συνήθως στο σπίτι, να κάνω παρέα τον πατέρα. Παίζαμε χαρτιά καί θυμοῦμαι εἶχα μια διαβολεμένη τύχη, πάντα τόν νικοῦσα, ἡ Μητέρα μου γελούσε, τά χρήματα τά βαστοῦσε ἐκείνη, μέσα στο μαντήλι της δεμένα. Χρόνια καλά, ζωή εἰρηνική, καί ὅμως πολλές φορές βρίσκαμε τήν ζωή μας ἀνυπόφορη καί στενάχωρη , άραγε θα μέ ἀλλάξῃ αὐτός ὁ πόλεμος; Τό μεσημέρι μαζευόμασταν όλοι στο τραπέζι, οἱ γονεῖς μου ἦσαν ὅλο χαρά, δέν εἶναι καί λίγο πράγμα 8 παιδιά και δύο αυτοί 10. Έφερναν το φαγί στη μέση. Παίρναμε τα ποτήρια καί εὐχόμασταν πρῶτα τοὺς γονεῖς μας καί κατόπιν ἀρχίζαμε τό φαγί, φαγί πού ἡ καημένη ἡ Μητέρα μας προσπαθοῦσε νά τό κάνῃ ὅσο μποροῦσε πιο νόστιμο, γιά νά μήν ἔχῃ παράπονο κανείς καί ἐνθυμοῦμε πολλές φορές, ἰδίως ὁ Γρηγόρης δέν το εὕρισκε καλό. Περνοῦν ὅλα ἀπό μπροστά μου σάν ταινία κινηματογράφου. Ὡραῖα χρόνια καί ὅμως δέν ξεύραμε τήν ἀξία τους. Τό ἀπόγευμα ὁ πατέρας μου μέ τούς τρεῖς γυιούς του πηγαίναμε ἐπισκέψεις σε μερικούς συγγενεῖς μας, τόν βάζαμε στήν μέση καί πηγαίναμε. Δέν μποροῦσες νά τόν ξεχωρίσῃς ἀπό ἐμᾶς, ἐνόμιζες ὅτι ἤμασταν ἀδέλφια, διατηρῆτο καλά παρά τα 65 του χρόνια ἦτο ἴσιος. Νομίζω γιά τόν πατέρα μου ἦτο ἡ καλύτερη στιγμή τῆς ζωῆς του. Θυμοῦμε τό τράμ τό πλήρωνε αὐτός. Γράφω μέσα στήν σκηνή μου, τά δάκρυα τρέχουν ἀπό τά μάτια μου συνεχῶς, σάν μωρό παιδί. Ὄχι διότι φοβοῦμαι γιά τήν ζωή μου, οὐδέποτε συνέβη αὐτό, ἀλλά ἀπό παράπονο, λυπούμε πολύ τούς γονεῖς μου καί τά ἀδέλφια μου. Ἄραγε ὅταν θά τελειώσει αὐτό τό μακελιό θά συναντηθοῦμε ὅλοι μας; Θά ξαναζήσουμε πάλι ἐκείνη τήν ζωή. Δέν μπορῶ νά τόν φαντασθῶ, πάντως ὅμως τό εὔχομαι. Ἴσως αὐτός ὁ πόλεμος ἐπηρεάση πολύ στήν ζωή μας κατόπιν. Βεβαίως θά παίξῃ μεγάλο ρόλο καί τό ἀποτέλεσμα. Ἔξω ακούεται συνέχεια το πολυβόλο, δέν εἶναι γιά μᾶς. Ἐμένα τό μυαλό μου εἶναι πίσω, πολύ πίσω, στήν Θεσσαλονίκη, στούς γονεῖς μου, στήν ἥσυχη οἰκογενειακή ζωή μας, δέν θέλω σήμερα να σκεφθῶ τίποτε ἄλλο. Καί ἄν διαταχθούμε να μπούμε στην μάχη πάλι το σπίτι μου θά σκέπτομαι. Εἶναι περίπου 10 ἡ ὧρα θέλω να βγῶ ἔξω κάτι να κάνω να ξεχάσω, ἀλλά χιονίζει καί εἶμαι βρεγμένος καί ἔτσι μένω μέσα στην σκηνή μου, ἀνάμεσα στίς βρεγμένες κουβέρτες μου. Πῶς δέν παθαίνουμε τίποτε, τόσο κρύο να κοιμάσαι σχεδόν ἔξω καί νηστικός μέ τά πόδια πάντα βρεγμένα; Δέν μπορῶ νὰ ἀπαντήσω σε αὐτό τό ἐρώτημα, ἴσως το καλοκαίρι να τα πληρώσομε ὅλα. Φοβούμαι πολύ τα πόδια μου, στείλαμε πολλούς πίσω. Πρήζονται καί μελανιάζουν καί καθώς μοῦ εἶπε ὁ γιατρός, ὅταν πῆγα τους δικούς μου οἱ περισσότεροι ἀκρωτηριάζονται».
Blogger Comment
Facebook Comment