Ο Α΄
Παγκόσμιος Πόλεμος, ο Μεγάλος
Πόλεμος.
Αύγουστος
1914 - 11 Νοεμβρίου 1918.
Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, πριν το ξέσπασμα του Δεύτερου Πολέμου, ήταν μια γενικευμένη σύγκρουση των Ευρωπαϊκών Δυνάμεων που διήρκεσε από τον Αύγουστο του 1914 ως τις 11 Νοεμβρίου 1918. Στην ουσία αν και ήταν μία μεγάλη ενδοευρωπαϊκή διένεξη με τα κύρια μέτωπα στη Γηραιά Ήπειρο, η επέκτασή της ωστόσο και στη περιφέρεια, με ενεργό συμμετοχή αποικιακών στρατευμάτων με την εμπλοκή ακόμα και αμερικανικών προσέδωσαν τελικά την έννοια του παγκόσμιου.
Οι Ενωμένες Δυνάμεις, καλούμενες και Δυνάμεις της Αντάντ (κυρίως οι Μεγάλη Βρετανία, Γαλλία, ως τις αρχές του 1918 η Ρωσία και, από το 1917, οι ΗΠΑ) νίκησαν τις Κεντρικές Δυνάμεις καλούμενες και Τριπλή Συμμαχία (Γερμανία, Αυστροουγγαρία, Οθωμανική Αυτοκρατορία και Βουλγαρία) και οδήγησαν αφενός στην κατάρρευση τεσσάρων αυτοκρατοριών και σε ριζικές αλλαγές στον χάρτη της Ευρώπης, εκ του κατακερματισμού αυτών, αφετέρου στη μεγάλη Ρωσική Επανάσταση και σε τελική φάση την δημιουργία της Κοινωνίας των Εθνών (πρόδρομος του ΟΗΕ).
Τα θύματα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου ανήλθαν σε 9 εκατομμύρια στρατευμένους και σε άλλους τόσους αμάχους ξεπερνώντας συνολικά τα 18,5 εκατομμύρια ψυχών.
Πολιτικοί
ανταγωνισμοί και επιδιώξεις
Τα αίτια πρέπει να αναζητηθούν στις οικονομικές
συνθήκες της εποχής και στις επεκτατικές βλέψεις των διαφόρων κρατών, που είχαν
ως αποτέλεσμα τη δημιουργία ανταγωνισμού μεταξύ τους.
Ειδικότερα η οικονομική ανάπτυξη της Γερμανίας, που
προήλθε από τη ραγδαία εξέλιξη της βιομηχανίας της, οδήγησε στην όξυνση του
ανταγωνισμού της με την Αγγλία σχετικά με την εξασφάλιση του μονοπωλίου των
διεθνών αγορών.
Ταυτόχρονα, η γαλλική πολιτική της «ρεβάνς», δηλαδή η
επιθυμία της Γαλλίας να αποκαταστήσει το γόητρό της και να ανακτήσει την
Αλσατία και τη Λωρραίνη, (που είχε χάσει στο Γαλλογερμανικό του 1870 - 1871)
είχε δημιουργήσει ένταση στις σχέσεις της με τη Γερμανία.
Την ίδια εποχή, η Αυστροουγγαρία βρισκόταν σε
ανταγωνισμό με τη Ρωσία σχετικά με την κυριαρχία στα Βαλκάνια. Τα νέα εθνικά
βαλκανικά κράτη, που είχαν δημιουργηθεί μετά την παρακμή της Οθωμανικής
Αυτοκρατορίας, κρατούσαν ευνοϊκή στάση απέναντι στις διεκδικήσεις των εθνικών
μειονοτήτων της Αυστροουγγαρίας και απειλούσαν την ενότητά της. Έτσι, η
Αυστροουγγαρία επιθυμούσε να διατηρηθεί το στάτους κβο των Βαλκανίων.
Η Ρωσία, από την άλλη πλευρά, επιθυμούσε να βρει
διέξοδο στη Μεσόγειο, υποστήριζε την κίνηση του πανσλαβισμού και θεωρούσε τον
εαυτό της φυσικό προστάτη των ορθόδοξων λαών των Βαλκανίων, πράγματα που
έβρισκαν αντίθετες τη Γερμανία και την Αυστροουγγαρία.
Πριν
τον Πόλεμο
Από τις αρχές του αιώνα όλες οι Μεγάλες Δυνάμεις ρίχτηκαν
σε έναν ξέφρενο αγώνα δρόμου ενίσχυσης και εκσυγχρονισμού των ενόπλων τους
δυνάμεων. Στη Βρετανία οι στρατιωτικές δαπάνες αυξήθηκαν σχεδόν κατά 30% μέσα
στη δεκαετία 1890-1900. Το 1913 ήταν 140% υψηλότερες από ότι το 1887. Η
Γερμανία, στα μέσα της δεκαετίας του 1890, δαπανούσε 90 περίπου εκατομμύρια
μάρκα κάθε χρόνο για το πολεμικό της ναυτικό. Το 1913 είχε ξεπεράσει τα 400
εκατομμύρια μάρκα. Και οι άλλες Μεγάλες Δυνάμεις δεν πήγαιναν πίσω. Πίσω από
τις καθησυχαστικές θεωρίες για τις “Μεγάλες Χίμαιρες”, οι άρχουσες τάξεις
προετοιμάζονταν πυρετωδώς για τον Μεγάλο Πόλεμο.
Οι προετοιμασίες δεν ήταν μόνο στρατιωτικές. Από τα
τέλη του 19ου αιώνα κιόλας οι Μεγάλες Δυνάμεις ξεχύθηκαν σε έναν διπλωματικό
αγώνα δρόμου για να εξασφαλίσουν φίλους και συμμάχους, δημιουργώντας έτσι δύο
μεγάλους συνασπισμούς.
Το 1822 η Αυστρία, η Γερμανία και η Ιταλία υπέγραψαν ένα σύμφωνο «αμοιβαίας συνεργασίας» τη λεγόμενη « Τριπλή Συμμαχία».
Το 1907 η Γαλλία, η Ρωσία και η Μεγάλη Βρετανία συνέστησαν την «Τριπλή Συνεννόηση» την λεγόμενη Αντάντ». Οι συμμαχίες και τα στρατόπεδα που αιματοκύλησαν την Ευρώπη το 1914-1918 είχαν διαμορφωθεί χρόνια πριν.
Το 1822 η Αυστρία, η Γερμανία και η Ιταλία υπέγραψαν ένα σύμφωνο «αμοιβαίας συνεργασίας» τη λεγόμενη « Τριπλή Συμμαχία».
Το 1907 η Γαλλία, η Ρωσία και η Μεγάλη Βρετανία συνέστησαν την «Τριπλή Συνεννόηση» την λεγόμενη Αντάντ». Οι συμμαχίες και τα στρατόπεδα που αιματοκύλησαν την Ευρώπη το 1914-1918 είχαν διαμορφωθεί χρόνια πριν.
Στο Λονδίνο, το Παρίσι, τη Μόσχα και το Βερολίνο οι
άρχουσες τάξεις προσπάθησαν να ρίξουν το φταίξιμο απλά στην άλλη πλευρά. Και οι
ηγέτες της αριστεράς, που τα προηγούμενα χρόνια υιοθετούσαν τις αναλύσεις των
φιλελεύθερων αστών για την «παγκοσμιοποίηση» και τις «μεγάλες χίμαιρες», (=
μελλοντικοί πόλεμοι), έτρεξαν, για μια ακόμα φορά, να συμφωνήσουν μαζί τους:
στη Γερμανία οι βουλευτές του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος -με μοναδική εξαίρεση
τον Καρλ Λίμπκνεχτ υπερψήφισαν τον προϋπολογισμό για τον πόλεμο. Στη Ρωσία ο
μαρξιστής Πλεχάνοφ και ο αναρχικός Κροπότκιν τάχθηκαν ανεπιφύλακτα στην πλευρά
του Τσάρου. Στη Βρετανία το Εργατικό Κόμμα στήριξε ανεπιφύλακτα την «εθνική
υπόθεση».
Μόνο μια μειοψηφία επαναστατών τάχθηκε ανοιχτά και
δυναμικά ενάντια στον πόλεμο: Η Ρόζα Λούξεμπουρκ, ο Καρλ Λίμπκνεχτ, ο Τρόσκι, ο
Λένιν και οι σύντροφοί τους. Παρά τις μικρές διαφορές στις απόψεις τους όλοι
τους συμφωνούσαν ότι ο πόλεμος δεν οφειλόταν σε κάποια «εξωτερικά» ή «τυχαία»
γεγονότα: ο πόλεμος ήταν παιδί του καπιταλισμού. Το σύστημα δεν πήγαινε συνεχώς
«μπροστά», όπως έλεγαν οι ηγέτες της επίσημης αριστεράς: αντίθετα πήγαινε
ολοταχώς προς τα πίσω. Ο Μεγάλος Πόλεμος ήταν μόνο η αρχή. Όσο περισσότερο
σάπιζε το σύστημα τόσο μεγαλύτερες θα ήταν οι καταστροφές που θα επιφύλασσε για
την ανθρωπότητα.
Οι άρχουσες τάξεις προσπαθούσαν να ρίξουν τις ευθύνες
στους «εχθρούς». Οι δικές τους ευθύνες, όμως, δεν ήταν ούτε ένα χιλιοστό
μικρότερες. Στις 22 Απριλίου του 1915, στο Λάνγκεμαρκ, οι στρατηγοί του Κάιζερ,
Γουλιέλμου Β΄, χρησιμοποίησαν
δοκιμαστικά ασφυξιογόνα αέρια -προκαλώντας σάλο από σχόλια για την «καταπάτηση
των νόμων του πολέμου» από τους Βρετανούς και τους Γάλλους αξιωματούχους. Αυτό
δεν τους εμπόδισε να χρησιμοποιήσουν και αυτοί δηλητηριώδη αέρια στο Λάος τον
Σεπτέμβρη του 1915 και να συνεχίσουν να τα χρησιμοποιούν σε όλη τη διάρκεια του
πολέμου.
Τις προηγούμενες δεκαετίες η Βρετανία, η Γαλλία, οι ΗΠΑ,
η Ιαπωνία, η Γερμανία είχαν χωρίσει τον πλανήτη σε αποικίες και σφαίρες
επιρροής. Αλλά η προσπάθειά τους να εξαπλώσουν την κυριαρχία τους όλο και πιο
μακριά, τις έφερνε, αργά ή γρήγορα, αναπόφευκτα σε σύγκρουση μεταξύ τους.
Η πορεία της Ελλάδας στον Πόλεμο
Ο Εθνικός Διχασμός
Ο Ελ. Βενιζέλος επεδίωκε την είσοδο της Ελλάδας στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ. Οι Αγγλογάλλοι όμως απέβλεπαν στη συμμαχία ή ουδετερότητα της Βουλγαρίας και Τουρκίας (κάτι που δεν κατάφεραν) και απέρριπταν προς το παρόν τις προτάσεις του Βενιζέλου.Στη φιλοαντατική πολιτική του Βενιζέλου θα εναντιωθεί το Παλάτι, όταν ο Έλληνας πρωθυπουργός ζήτησε να συμμετάσχει η Ελλάδα στο πλευρό των Συμμάχων στην επιχείρηση των Δαρδανελίων (Φεβρουάριος 1915).
Οι φιλοβασιλικές κυβερνήσεις, που διορίζονται στη συνέχεια, δημιουργούν κλίμα πόλωσης, διαιρώντας την Ελλάδα σε δύο παρατάξεις -φιλοβασιλικών και φιλοβενιζελικών-, κάτι που θα συντελέσει στη γένεση και άνδρωση του εθνικού διχασμού με όλα τα μεταγενέστερα επακόλουθα του.
Στις 16 Αυγούστου 1916 γίνεται το Κίνημα της Εθνικής Αμύνης στη Θεσσαλονίκη, που το υποστηρίζει ο συμμαχικός στρατός, που έχει στο μεταξύ αποβιβαστεί στη Θεσσαλονίκη. Ο Βενιζέλος τίθεται επικεφαλής του κινήματος.
Στις 24 Νοεμβρίου 1916 η ολοκληρωμένη Προσωρινή Κυβέρνηση κήρυξε τον πόλεμο στις Κεντρικές Δυνάμεις.
Η Ελλάδα, το 1916, είχε κοπεί στα δύο: Από τη μια μεριά το κράτος της Θεσσαλονίκης απεφάσιζε να διενεργηθεί στρατολογία σε μεγάλη κλίμακα και οργάνωνε την μεραρχία του Αρχιπελάγους και κατόπιν τις μεραρχίες Κρήτης και Σερρών. Από την άλλη μεριά η κυβέρνηση των Αθηνών αντιπαρατασσόταν στους οπαδούς του Βενιζέλου. Στην προσπάθεια των Συμμάχων να θέσουν υπό τον έλεγχό τους τη νότια Ελλάδα, τα Γαλλικά θωρηκτά έμπαιναν στον Πειραιά και αποβίβαζαν 3000 άνδρες, ενώ βομβάρδιζαν περιοχές της Αθήνας γύρω από το Στάδιο και κοντά στα Ανάκτορα.
Μετά από τελεσίγραφο των συμμάχων ο βασιλιάς αποσύρεται από το θρόνο, χωρίς να παραιτηθεί τυπικά, στις 15 Ιουνίου 1917, και φεύγει στην Ελβετία αφήνοντας στη θέση του το δευτερότοκο γιο του Αλέξανδρο. Ο Βενιζέλος έρχεται στην Αθήνα και σχηματίζει κυβέρνηση στις 13 Ιουνίου. Στις 15 Ιουνίου κηρύσσει τον πόλεμο στις Κεντρικές Δυνάμεις επισημοποιώντας την ανάλογη πράξη της προσωρινής κυβέρνησης της Θεσσαλονίκης.
Η επίσημη συμμετοχή της Ελλάδας στον Πόλεμο
Η ενεργός συμμετοχή της Ελλάδας στον πόλεμο, στο πλευρό των συμμάχων έχει ουσιαστικό αποτέλεσμα τη θριαμβευτική νίκη κατά των Γερμανοβουλγάρων στα υψώματα του Σκρά Ντι Λέγκεν στις 30 Μαΐου 1918 και τη συμμετοχή των Ελληνικών δυνάμεων στη τελική επίθεση και διάσπαση του μετώπου, το Σεπτέμβριο του ίδιου έτους.Λίγες μέρες αργότερα, η Βουλγαρία θα συνθηκολογήσει και τον Οκτώβριο του ιδίου έτους η Τουρκία θα συνάψει ανακωχή στον Μούδρο.
Ο Φρανσαί ντ' Εσπερέ, αρχιστράτηγος του Βαλκανικού Μετώπου, με αφορμή το νικηφόρο αγώνα των Ελλήνων θα σημειώσει: «Ιδιαιτέρως διά τον Ελληνικόν στρατόν τονίζω τον ζήλον, την ανδρείαν και την παροιμιώδην ορμήν, τα οποία επέδειξε κατά τον υπ' αυτού διαδραματισθέντα ένδοξον ρόλον επί των οχθών του Στρυμώνος και του Αξιού».
Η συνθηκολόγηση, τέλος, της Γερμανίας στις 11 Νοεμβρίου 1918, θέτει τέλος στο Μεγάλο Πόλεμο που διήρκεσε τέσσερα έτη και αιματοκύλησε την Ευρώπη.
Σήμερα, η Ευρώπη βρίσκεται και πάλι μπροστά σε μεγάλες προκλήσεις και στη λήψη μέτρων οικονομικής αποσυμφόρησης, κυρίως των κρατών μελών του Νότου, προς αποφυγή δυσάρεστων γεγονότων.
Σύνταξη - Επιμέλεια
Ευάγγελος Μαυρογόνατος
Απόστρατος Αξιωματικός του Στρατού Ξηράς
Blogger Comment
Facebook Comment